Cosí – Costantino Kavafis

Foto di Herbert List

 

In questa foto oscena – fu venduta
per la via, di nascosto dalla guardia –
in questa foto pornografica, com’è
che c’è un volto di sogno come questo?
com’è che ci sei tu.

Chissà che vita sordida e grama farai:
in che trucido ambiente ti sarai
fatto fotografare;
che anima da nulla è mai la tua.
Pure ancora di piú resti per me quel viso
di sogno, la figura
fatta e donata per piaceri greci –
cosí resti per me, cosí ti canto.

Costantino Kavafis 

aprile 1913

(Traduzione di Filippo Maria Pontani)

da “Poesie Nascoste”, “Lo Specchio” Mondadori, 1974

∗∗∗

Έτσι

Στην άσεµνην αυτή φωτογραφία που κρυφά
στον δρόµο (ο αστυνόµος να µη δει) πουλήθηκε,
στην πορνικήν αυτή φωτογραφία,
πώς βρέθηκε τέτοιο ένα πρόσωπο
του ονείρου· εδώ πώς βρέθηκες εσύ.

Ποιος ξέρει τι ξευτελισµένη, πρόστυχη ζωή θα ζεις·
τι απαίσιο θα ’ταν το περιβάλλον
όταν θα στάθηκες να σε φωτογραφήσουν·
τι ποταπή ψυχή θα είν’ η δική σου.
Μα µ’ όλα αυτά, και πιότερα, για µένα µένεις
το πρόσωπο του ονείρου, η µορφή
για ελληνική ηδονή πλασµένη και δοσµένη –
έτσι για µένα µένεις και σε λέγ’ η ποίησίς µου.

Κωνσταντίνος Καβάφης

da “Κρυμμένα Ποιήματα 1877-1923”, Ίκαρος, 1993

Un albero – Ghiannis Ritsos

Piet Mondrian, L’Albero argentato, 1911, L’Aja, Gemeentemuseum Den Haag

 

Quell’albero era cresciuto nella parte superiore del giardino,
alto, solitario, slanciato – la sua altezza forse
tradiva un’idea segreta d’intrusione. Non diede mai
fiori né frutti, solo un’ombra lunga che divideva in due il giardino
e una misura inapplicabile agli altri alberi, carichi e curvi.
Ogni sera, quando il tramonto glorioso si spegneva,
uno strano uccello arancione si appollaiava silenzioso tra le sue fronde
come il suo unico frutto – una piccola campana d’oro
su un altissimo campanile verde. Quando tagliarono l’albero,
l’uccello vi volteggiava sopra con piccoli gridi feroci
disegnando cerchi nell’aria, disegnando nel tramonto
la forma inesauribile dell’albero; e quella piccola campana
sonava invisibile lassú, piú alta dell’altezza dell’albero.

Ghiannis Ritsos

(Traduzione di Nicola Crocetti)

da “Il funambolo e la luna”, Crocetti Editore, 2005

∗∗∗

Ένα δέντρο

Τό δέντρο αύτό είχε φυτρώσει στό πάνω μέρος του κήπου,
ψηλό, μοναχικό, εύθυτενές – ίσως τό ύψος του
νά πρόδινε μιά μυστικήν ιδέα παρείσακτου. Ποτέ δέν έδωσε
λουλούδια καί καρπούς, μόνο μιά σκιά μακριά πού χώριζε στά δυό τόν κήπο
κι Ινα μέτρο άνεφάρμοστο γιά τά σκυμμένα, φορτωμένα δέντρα.
Κάθε βράδυ, δταν έσβηνε τό ένδοξο ήλιόγερμα,
ένα παράξενο, πορτοκαλί πουλί κούρνιαζε σιωπηλό στό φύλλωμά του
σάν τόν μοναδικό καρπό του – μιά μικρή χρυσή καμπάνα
σ’ ένα πράσινο, θεόρατο καμπαναριό. Όταν κόψαν τό δέντρο,
εκείνο τό πουλί γύριζε μέ μικρές, άγριες κραυγές επάνω του
γράφοντας κύκλους στόν άγέρα, γράφοντας στό λιόγερμα
τό σχήμα του δέντρου άνεξάντλητο’ κι αύτή ή μικρή καμπάνα
σήμαινε άόρατη ψηλά, καί πιό ψηλά άπ’ τό ύψος του.

Γιάννης Ρίτσος

da “Ό σχοινοβάτης καί ή σελήνη”, 1982

Come un epilogo – Ghiannis Ritsos

Joseph Mallord Turner, Sunset, 1835

 

Ricordatemi – disse. Ho percorso migliaia di chilometri
senza pane, senz’acqua, sopra pietre e spine,
per portarvi pane e acqua e rose. La bellezza
non l’ho mai tradita. Ho spartito equamente tutti i miei averi.
Non ho tenuto nulla per me. Poverissimo. Con un giglietto di campo
ho illuminato le nostre notti più feroci. Ricordatemi.
E perdonatemi quest’ultima tristezza: Vorrei
mietere ancora una volta con la falce sottile della luna
una spiga matura. Rimanere sulla soglia a guardare
masticando il grano, un chicco dopo l’altro, con gli incisivi
ammirando e benedicendo questo mondo che lascio,
ammirando anche Colui che sale il colle nel tramonto dorato. Osservate:
Sulla manica sinistra ha una toppa quadrata color porpora.
Non si distingue chiaramente. Soprattutto quella volevo mostrarvi.
E forse soprattutto perciò varrà la pena che mi ricordiate.

Ghiannis Ritsos

Karlòvasi, 30.VII.87

(Traduzione di Nicola Crocetti)

Da I negativi del silenzio, 1987

dalla rivista “Poesia”, Anno XXVI, Luglio/Agosto 2013, N. 284, Crocetti Editore

∗∗∗

Έπιλογικό

Νά μέ θυμόσαστε – είπε. Χιλιάδες χιλιόμετρα περπάτησα
χωρίς ψωμί, χωρίς νερό, πάνω σέ πέτρες κι αγκάθια,
για νά σας φέρω ψωμί καί νερό καί τριαντάφυλλα. Τήν ομορφιά
ποτές μου δεν τήν πρόδωσα. Όλο τό βιος μου τό μοίρασα δίκαια.
Μερτ ικό εγώ δεν κράτησα. Πάμπτωχος. Μ’ ένα κρινάκι του άγροΰ
τις πιο άγριες νύχτες μας φώτισα. Νά μέ θυμάστε.
Καί συχωράτε μου αύτή τήν τελευταία μου θλίψη: Θά ’θελα
ακόμη μιά φορά μέ τό λεπτό δρεπανάκι του φεγγαριού νά θερίσω
Ινα ώριμο στάχυ. Νά σταθώ στο κατώφλι, νά κοιτάω
καί νά μασώ σπυρί σπυρί τό στάρι μέ τά μπροστινά μου δόντια
θαυμάζοντας κι εύλογώντας τούτον τόν κόσμο που αφήνω,
θαυμάζοντας κι Εκείνον πού άνεβαίνει τό λόφο στο πάγχρυσο λιόγερμα. Δέστε:
Στο άριστερό μανίκι του έχει ενα πορφυρό τετράγωνο μπάλωμα. Αύτό
δέν διακρίνεται πολύ καθαρά. Κι ήθελα αύτό προπάντων νά σάς δείξω.
Κι ίσως γι’ αύτό προπάντων θ’ άξιζε νά μέ θυμάστε.

Γιάννης Ρίτσος

1987

da “Αργά, τιολν αργά μέσα στη νύχτα”, 1991: “Τάάρνητικα της σιωπής”

Il settembre del 1903 – Costantino Kavafis

Foto di Kayla Varley

 

Almeno con inganni adesso illudermi…
Per non sentire la mia vita vuota.
Ero tanto vicino tante volte
quella paralisi, quella viltà…

Perché rimasi con le labbra chiuse,
e dentro me piangeva la mia vita vuota
e vestivano a bruno i desideri?

E tante volte ero tanto vicino
agli occhi, e alle labbra d’amore,
a quel sognato, a quell’amato corpo.
E tante volte ero tanto vicino.

Costantino Kavafis

(Traduzione di Filippo Maria Pontani)

da “Poesie Nascoste”, “Lo Specchio” Mondadori, 1974

∗∗∗

Ο Σεπτέµβρης του 1903

Τουλάχιστον µε πλάνες ας γελιούµαι τώρα·
την άδεια την ζωή µου να µη νοιώθω.

Και ήµουνα τόσες φοραίς τόσο κοντά.
Και πώς παρέλυσα, και πώς δειλίασα·
γιατί να µείνω µε κλειστά χείλη·
και µέσα µου να κλαιει η άδεια µου ζωή,
και να µαυροφορούν οι επιθυµίες µου.

Τόσες φορές τόσο κοντά να είµαι
στα µάτια, και στα χείλη τα ερωτικά,
στʹ ονειρεµένο, το αγαπηµένο σώµα.
Τόσες φορές τόσο κοντά να είµαι.

Κωνσταντίνος Καβάφης

da “Κρυμμένα Ποιήματα 1877 -1923”, Ίκαρος, 1993

Memoria II – Giorgio Seferis

Josef Koudelka, Attica, Cape Sounion, Temple of Poseidon, 2003

Efeso 

Parlava seduto su un marmo
simile a rovina d’antico portale:
sterminato e vuoto a destra il campo
a sinistra scendevano le ombre dal monte:
“La poesia è ovunque. La tua voce
a volte incede al suo fianco
come il delfino che per poco ti accompagna
vascello d’oro nel sole
e poi scompare. La poesia è ovunque
come le ali del vento nel vento
che per un attimo hanno sfiorato le ali del gabbiano.
Uguale e diversa dalla nostra vita, come cambia
il volto di una donna che si è spogliata,
e tuttavia rimane uguale. Lo sa
chi ha amato: alla luce degli altri
il mondo implode; ma tu ricorda
Ade e Dioniso sono la stessa cosa”.
Disse, e imboccò la grande strada
che mena al porto di un tempo, ora inghiottito
laggiú  fra i giunchi. Il crepuscolo pareva
per la morte di un animale,
cosí nudo.
                   Ricordo ancora:
viaggiava sulle coste della Ionia, in vuote conchiglie di teatri
dove solo la lucertola striscia sull’arida pietra,
e io gli chiesi: “Un giorno torneranno a riempirsi?”
E mi rispose: “Forse, nell’ora della morte”.
E corse nell’orchestra urlando:
“Lasciatemi ascoltare mio fratello!”.
Ed era duro il silenzio attorno a noi
e non rigato nel vetro dell’azzurro.

Giorgio Seferis

(Traduzione di Filippomaria Pontani)

(da Giornale di bordo III, 1955)

da “Antologia della poesia greca contemporanea”, Crocetti Editore, 2004

∗∗∗

Μνήμη, Β’

Έφεσος

Μιλούσε καθισμένος σ’ ένα μάρμαρο
πού έμοιαζε άπομεινάρι άρχαίου πυλώνα⋅
άπέραντος δεξιά κι άδειος ό κάμπος
ζερβά κατέβαιναν απ’ το βουνό τ’ απόσκια:
“Είναι παντού τό ποίημα. Ή φωνή σου
καμιά φορά προβαίνει στο πλευρό του
σάν τό δελφίνι πού γιά λίγο συντροφεύει
μαλαματένιο τρεχαντήρι μες στον ήλιο
καί πάλι χάνεται. Είναι παντού τό ποίημα
σάν τά φτερά του άγέρα μές στον άγέρα
πού άγγιξαν τά φτερά του γλάρου μιά στιγμή.
Ίδιο καί διάφορο άπό τη ζωή μας, πώς άλλάζει
τό πρόσωπο κι ωστόσο μένει τό ίδιο
γυναίκας πού γυμνώθηκε. Τό ξέρει
δποιος άγάπησε⋅ στο φως των άλλων
ό κόσμος φθείρεται⋅ μά εσύ θυμήσου
Άδης καί Διόνυσος είναι τό ίδιο”.
Είπε καί πήρε τό μεγάλο δρόμο
πού πάει στ’ άλλοτινό λιμάνι, χωνεμένο τώρα
πέρα στά βούρλα. Τό λυκόφως
θά ’λεγες γιά τό θάνατο ένός ζώου,
τόσο γυμνό.
                      Θυμάμαι άκόμη⋅
ταξίδευε σ’ άκρες ιωνικές, σ’ άδεια κοχύλια θεάτρων
δπου μονάχα ή σαύρα σέρνεται στή στεγνή πέτρα,
κι’ εγώ τον ρώτησα: “Κάποτε θά ξαναγεμίσουν;”
Καί μ’ άποκρίθηκε: “Μπορεί, τήν ώρα του θανάτου” .
Κι Ιτρεξε στήν ορχήστρα ούρλιάζοντας:
“Αφήστε με ν’ άκούσω τόν άδερφό μουί”
Κι είταν σκληρή ή σιγή τριγύρω μας
κι’ άχάραχτη στύ γυοιλί τού γαλάζιου.

Γιώργος Σεφέρης

da “Ημερολόγιο καταστρώματος Γ΄”, Ίκαρος, Αθήνα, 1955