L’altra città – Ghiannis Ritsos

Ghiannis Ritsos

 

Esistono molte solitudini intersecate – dice – sopra e sotto
ed altre in mezzo; diverse o simili, ineluttabili, imposte
o come scelte, come libere – intersecate sempre.
Ma nel profondo, in centro, esiste l’unica solitudine – dice;
una città sorda, quasi sferica, senza alcuna
insegna luminosa colorata, senza negozi, motociclette,
con una luce bianca, vuota, caliginosa, interrotta
da bagliori di segnali sconosciuti. In questa città
da anni dimorano i poeti. Camminano senza far rumore, con le mani conserte,
ricordano vagamente fatti dimenticati, parole, paesaggi,
questi consolatori del mondo, i sempre sconsolati, braccati
dai cani, dagli uomini, dalle tarme, dai topi, dalle stelle,
inseguiti dalle loro stesse parole, dette o non dette.

Ghiannis Ritsos

(Traduzione di Nicola Crocetti)

da “Gesti”, Newton Compton Editori, Roma, 1978

Consiglio – Ghiannis Ritsos

Piero Guccione, Mattina di luglio a Punta Corvo, 2001-03, olio su tela, collezione privata

 

Disse: credo nella poesia, nell’amore, nella morte,
perciò credo nell’immortalità. Scrivo un verso,
scrivo il mondo; esisto; esiste il mondo.
Dalla punta del mio mignolo scorre un fiume.
Il cielo è sette volte azzurro. Questa purezza
è di nuovo la verità prima, il mio ultimo desiderio.

Ghiannis Ritsos

1969

(Traduzione di Nicola Crocetti)

da “Pietre Ripetizioni Sbarre”, Crocetti Editore, 2004

∗∗∗

Υποθήκη

Είπε: Πιστεύω στην ποίηση, στον έρωτα, στο θάνατο,
γι’ αυτό ακριβώς πιστεύω στην αθανασία. Γράφω ένα στίχο,
γράφω τον κόσμο˙ υπάρχω˙ υπάρχει ο κόσμος.
Από την άκρη του μικρού δαχτύλου μου ρέει ένα ποτάμι.
Ο ουρανός είναι εφτά φορές γαλάζιος. Τούτη η καθαρότητα
είναι και πάλι η πρώτη αλήθεια, η τελευταία μου θέληση.

Γιάννης Ρίτσος

1969

da “Πέτρες, Επαναλήψεις, Κιγκλίδωμα”, Κέδρος, 1972

La baia di Karlòvasi – Ghiannis Ritsos

Christen Dalsgaard, A Fisherman’s bedroom, 1853

 

Vecchie case abitate dai fischi notturni dei battelli. Dai lampadari
pendono piccole navi di legno costruite con cura
da mani di marinai condannati. Da anni e anni ormai
sono sprangate. La ruggine, il sale, le tarme, i tarli
hanno corroso porte, finestre, pavimenti, scale,
serrature, sbarre. Qui dentro
un tempo i bambini giocarono con un cane grande come un leone;
corpi nudi si rotolarono su tappeti persiani. Perciò, le notti,
dabbasso rimbomba inesorabile il mare, e il vecchio capitano
agita in aria una lampada antivento, gridando a uno a uno
i loro nomi – Artèmide, Elettra, Elena, Patroclo, Achille, Oreste –
poi sale sulla nave, tirata in secco, spegne la lampada
e si corica sotto la stessa coperta fradicia di Odisseo.

Ghiannis Ritsos

Karlòvasi 10.VΙΙΙ.81

(Traduzione di Nicola Crocetti)

da “Il funambolo e la luna”, Crocetti Editore, 1984

∗∗∗

Όρμος Καρλοβασιοΰ

Σπίτια παλιά κατοικημένα από νυχτερινά σφυρίγματα πλοίων. Στούς πολυελαίους
κρέμονται ξύλινα μικρά καράβια λεπτοδουλεμένα
από χέρια ναυτικών καταδίκων. Χρόνια καί χρόνια τώρα
κατάκλειστα. Ή σκουριά, τό άλάτι ή ό ξυλοφάγος, ό σκόρος
κατάφαγαν πόρτες, παράθυρα, πατώματα, σκάλες,
κλειδαριές, κιγκλιδώματα. Έδώ μέσα
έπαιζαν κάποτε παιδιά μ’ ένα μεγάλο σκυλί σά λιοντάρι·
γυμνά κορμιά κυλίστηκαν σέ περσικά χαλιά. Γι’ αύτό, τίς νύχτες,
βουίζει κάτω αδυσώπητη ή θάλασσα, κι ό γέρο-καπετάνιος
σαλεύει στόν άνεμο μιά λάμπα θυέλλης φωνάζοντας ένα ένα
τά όνόματά τους – Άρτεμις Ήλέκτρα, Ελένη, Πάτροκλε, Άχιλλέα, Όρέστη –
ύστερα μπαίνει στό καράβι, άπορριγμένο στή στεριά, σβήνει τή λάμπα του
καί πλαγιάζει κάτω άπ’ τήν ίδια νοτισμένη κουβέρτα του Όδυσσέα.

Γιάννης Ρίτσος

Καρλόβασι, 10.VΙΙΙ.81

da “Ό σχοινοβάτης καί ή σελήνη”, 1982

Crepuscolo – Ghiannis Ritsos

 

Conosci quell’istante del crepuscolo estivo
dentro la stanza chiusa; un tenue riflesso rosa
obliquo sull’assito del soffitto; e la poesia
incompiuta sul tavolo – due versi in tutto,
promessa inadempiuta di un meraviglioso viaggio,
d’una certa libertà, d’una certa autosufficienza,
d’una certa (relativa, beninteso) immortalità.

Fuori, per strada, di già l’invocazione della notte,
le ombre leggere di dèi, uomini, biciclette,
quando si svuotano i cantieri, e i giovani operai
coi loro attrezzi, coi floridi capelli fradici,
con qualche spruzzo di calce sugli abiti consunti,
svaniscono nell’apoteosi dei vapori vespertini.

Otto colpi decisivi del pendolo, in cima alla scala,
per tutta la lunghezza del corridoio – colpi inesorabili
d’un martello imperioso, nascosto dietro il cristallo
ombrato; e simultaneamente il rumore secolare
di quelle chiavi che non è mai riuscito a stabilire
con precisione se aprano o chiudano.

Ghiannis Ritsos

(Traduzione di Nicola Crocetti)

(da 12 poesie per Kavafis, 1963)

da “Poeti greci del Novecento”, “I Meridiani” Mondadori, 2010

∗∗∗

Λυκόφωτος

Την ξέρεις κείνη τη στιγμή του θερινού λυκόφωτος
μες στο κλειστό δωμάτιο· μιά ελάχιστη ρόδινη ανταύγεια
διαγώνια στο σανίδωμα της οροφής· και το ποίημα
ημιτελές επάνω στο τραπέζι – δυό στίχοι όλο όλο,
μιά αθετημένη υπόσχεση για ένα εξαίσιο ταξίδι,
για κάποια ελευθερία, κάποια αυτάρκεια,
για κάποια (σχετική, φυσικά) αθανασία.

Έξω στο δρόμο, η επίκληση κιόλας της νύχτας,
οι ανάλαφροι ίσκιοι θεών, ανθρώπων, ποδηλάτων,
όταν σκολάνε τα γιαπιά, κι οι νέοι εργάτες
με τα εργαλεία τους, με τα βρεγμένα, ακμαία μαλλιά τους,
με λίγες πιτσιλιές ασβέστη στα φθαρμένα τους ρούχα
χάνονται στων εσπερινών ατμών την αποθέωση.

Οκτώ κρίσιμοι κτύποι στο εκκρεμές, πάνω απ’ τη σκάλα,
σ’ όλο το μάκρος του διαδρόμου – κτύποι αμείλικτοι
από σφυρί επιτακτικό, κρυμμένο πίσω από το κρύσταλλο
το σκιασμένο· και ταυτόχρονα ο αιώνιος θόρυβος
εκείνων των κλειδιών που δεν κατόρθωσε ποτέ του
να εξακριβώσει αν ξεκλειδώνουν ή αν κλειδώνουν.

Γιάννης Ρίτσος

da “12 ποιήματα για τον Καβάφη”, Κέδρος, 1970

Durata – Ghiannis Ritsos

Vincent van Gogh, Paesaggio con covoni e luna che sorge, 1889, Kröller-Müller Museum, Otterlo

 

La notte ci guarda tra il fogliame delle stelle.
Bella notte silenziosa. Verrà una notte
in cui non ci saremo. E anche allora
il granturco canterà le sue antiche canzoni,
le mietitrici s’innamoreranno accanto ai covoni,
e tra i nostri versi dimenticati
come tra le spighe gialle
un viso giovane, illuminato dalla luna,
guarderà, come noi stanotte,
quella piccola nube d’argento

che si piega e appoggia la fronte sulla spalla dell’altura.

Ghiannis Ritsos

(Traduzione di Nicola Crocetti)

1959
da Seminario estivo, 1953-1964, in Poesie IV, 1975

da “Poeti greci del Novecento”, “I Meridiani” Mondadori, 2010

∗∗∗

Διάρκεια

‘Η νύχτα μάς κοιτάζει μεσ’ απ’ τά φυλλώματα των άστρων.
Όμορφη νύχτα, σιωπηλή. Θα ‘ρθει μιά νύχτα
κι εμείς θα λείπουμε. Και τότε πάλι
θα τραγουδάνε οι αραποσιτιές τ’ αρχαία τραγούδια τους,
οι θερίστριες θα ερωτεύονται πλάι στα δεμάτια,
κι ανάμεσα απ’ τους ξεχασμένους στίχους μας
όπως ανάμεσα απ’ τα κίτρινα στάχυα
ένα πρόσωπο νεανικό, φωτισμένο απ’ το φεγγάρι,
θα κοιτάζει, όπως εμείς απόψε,
εκείνο το μικρό ασημένιο σύννεφο
που γέρνει κι ακουμπάει το μέτωπο του στον ώμο του λόφου.

Γιάννης Ρίτσος

1959

da “θερινό φροντιστήριο” (1953-1964)