Gimnopedia – Giorgio Seferis


I
SANTORINO

Piega, se puoi, sul mare scuro dimenticando
la musica d’un flauto sopra quei piedi nudi
che calcarono il tuo sonno in quell’altra vita ora sommersa.

Scrivi, se puoi, sull’ultimo tuo ciottolo
il giorno il nome il luogo,
gettalo a mare perché vada a picco.

Ci siamo ritrovati nudi sopra la pomice
rimirando le isole affioranti
rimirando le rosse isole andare a fondo
nel loro sonno, nel nostro.
Ci siamo ritrovati qua
nudi, con la bilancia

che traboccava verso l’ingiustizia.

Tallone di potenza volontà senz’ombra calcolato amore
piani che si maturano al sole meridiano
rotta del fato al battito della giovine mano
su l’òmero:
qui nel luogo smembrato che non regge
nel luogo che fu nostro
colano a picco  –  ruggine e cenere  –  le isole.

Are crollate
e gli amici scordati
foglie di palma nel fango.

Lascia, se puoi, viaggiare le tue mani
sul margine del tempo con la nave
che toccò l’orizzonte.
Quando il dado ha battuto sul marmo
e la lancia ha battuto la corazza
e l’occhio ha conosciuto il forestiero
e seccato è l’amore
in anime bucate,
quando ti guardi attorno e tutt’in giro
trovi piedi falciati
in giro mani morte
occhi ciechi di buio,
quando non hai piú scelta
di quella morte che volevi tua,
udendo un grido
e sia grido di lupo,
il tuo diritto,
lascia, se puoi, viaggiare le tue mani
staccati via dal tempo infido e cola
a picco:
chi solleva i macigni cola a picco.

II
MICENE

Dammi le mani, dammi le tue mani, le mani.

Ho visto nella notte
il vertice aguzzo del monte,
la piana inondata laggiú dalla luce
d’una luna segreta,
girando il capo ho visto
l’acervo dei macigni neri
e la mia vita tesa come corda,
inizio e fine
l’attimo supremo;
le mie mani.

Chi solleva i macigni cola a picco:
questi macigni alzai fin che potei
questi macigni amai fin che potei,
questi macigni, il mio fato.
Piagato dal mio suolo
e seviziato dalla mia camicia,
e condannato dalle mie divinità,
questi macigni.

So che non sanno; eppure io che percorsi
tante volte la via
dall’omicida al morto
e dal morto alla pena
e dalla pena ad un altro omicidio,
palpeggiando
la porpora inesausta
in quella sera del ritorno
–  le Erinni cominciarono a fischiare
nell’erba rada  –
ho visto serpi e vipere incrociate
in un viluppo sulla mala stirpe,
il nostro fato¹.

Voci su dal macigno, su dal sonno,
piú fonde qua dove il mondo s’abbruna,
memoria di travagli radicata nel ritmo
che percosse la terra con piedi
dimenticati.
Inabissati corpi, alle radici
d’un altro tempo, nudi. Occhi sbarrati,
sbarrati sopra un segno
che per quanto tu voglia non discerni:
l’anima
che combatte per farsi anima tua.

Neppure il silenzio è piú tuo
qui dov’è fermo il giro delle mole.

Giorgio Seferis

ottobre 1935

(Traduzione di Filippo Maria Pontani)

da “Giorgio Seferis, Poesie”, “Lo Specchio” Mondadori, 1963

  ¹. Tutta questa parte della poesia risente di motivi e immagini dell’Orestea di Eschilo.

∗∗∗

ΓΥΜΝΟΠΑΙΔΙΑ
Α’
ΣΑΝΤΟΡΙΝΗ

Σϰύψε ἂν μπορεῖς στή θάλασσα τή σϰοτεινή ξεχνώντας
τόν ἦχο μιᾶς φλογέρας πάνω σέ πόόια γυμνά
πού πάτησαν τόν ὕπνο σου στήν ἄλλη ζωή τή βυθισμένη.

Γράψε ἂν μπορεῖς στό τελευταῖα σου ὄστραϰο
τή μέρα τ’ ὄνομα τόν τόπο
ϰαί ρίξε το στή θάλασσα γιά νά βουλιάξει.

Βρεθή ϰαμε γυμνοί πάνω στήν ἀλαφρόπετρα
ϰοιτάζοντας τ’ ἀναδυόμενα νησιά
ϰοιτάζοντας τά ϰόϰϰινος νησιά νά βυθίζουν
στόν ὕπνο τους, στόν ὕπνο μοις.
Ἐδῶ βρεθήϰαμε γυμνοί ϰρατώντας
τή ζυγαριά πού βάραινε ϰατά τό μέρος
τῆς ἀδι ϰίας.

Φτέρνα τῆς δύναμης θέληση ἀνίσ ϰιωτη λογαριασμένη ἀγάπη
στόν ἥλιο τοῦ μεσημεριοῦ σχέδια πού ὡριμάζουν,
δρόμος τῆς μοίρας μέ τό χτύπημα τῆς νέας παλάμης
στήν ὠμοπλάτη·
στόν τόπο πού σϰορπίστηϰε πού δέν ἀντέχει
στόν τόπο πού εἴταν ϰάποτε διϰός μας
βουλιάζουν τά νησιά σϰουριά ϰαί στάχτη.

Βωμοί γϰρεμισμένοι
ϰι’ οἱ φίλοι ξεχασμένοι
φύλλα τῆς φοινι ϰιᾶς στή λάσπη.

Ἄφησε τά χέρια σου ἂν μπορεῖς, νά ταξιδέψουν
ἐδῶ στήν ϰόχη τοῦ ϰαιροῦ μέ τό ϰαράβι
πού ἄγγιξε τόν ὁρίζοντα.
Ὅταν ὁ ϰύβος χτύπησε τήν πλάϰα
ὅταν ἡ λόγχη χτύπησε τό θώραϰα
ὅταν τό μάτι γνώρισε τόν ξένο
ϰαί στέγνωσε ἡ ἀγάπη
μέσα σέ τρύπιες ψυχές·
ὅταν ϰοιτάζεις γύρω σου ϰαί βρίσϰεις
ϰύϰλο τά πόδια θερισμένα
ϰύϰλο τά χέρια πεθαμένα
ϰύϰλο τά μάτιοι σϰοτεινά·
ὅταν δέ μένει πιά οὔτε νά διαλέξεις
τό θάνατο πού γύρευες διϰό σου,
ἀϰούγοντας μιά ϰραυγή
ἀϰόμη ϰαί τοῦ λύϰου τήν ϰραυγή,
τό δί ϰιο σου·
ἄφησε τά χέρια σου ἂν μπορεῖς νά ταξιδέψουν
ξεϰόλλησε ἀπ’ τόν ἄπιστα ϰαιρό
ϰαί βούλιαξε,
βουλιάζει ὅποιος σηϰώνει τίς μεγάλες πέτρες.

Β’
ΜΥΚΗΝΕΣ

Δῶσ’ μου τά χέρια σου, δῶσ’ μου τά χέρια σου, δῶσ’ μου τά χέρια σου.

Εἴδα μέσα στή νύχτα
τή μυτερή ϰορυφή τοῦ βουνοῦ
εἴδα τόν ϰάμπο πέρα πλημμυρισμένο
μέ τό φῶς ἑνός ἀφανέρωτου φεγγαριοῦ
εἴδα τόν ϰάμπο πέρα πλημμυρισμένο
μέ τό φῶς ἑνός ἀφανέρωτου φεγγαριοῦ
εἵδα, γυρίζοντας τό ϰεφάλι
τίς μαῦρες πέτρες συσπειρωμένες
ϰαί τή ζωή μου τεντωμένη σά χορδή
ἀρχή ϰαί τέλος
ἡ τελευταία στιγμή·
τά χέρια μου.

Βουλιάζει ὅποιος ση ϰώνει τίς μεγάλες πέτρες·
τοῦτες τίς πέτρες τίς ἑσή ϰωσα ὅσο βάσταξα
τοῦτες τίς πέτρες τίς ἀγάπησα ὅσο βάσταξα
τοῦτες τίς πέτρες, τή μοίρα μου.
Πληγωμένος ἀπό τό διϰό μου χῶμα
τυραννισμένος ἀπό τό διϰό μου πουϰάμισο
ϰαταδιϰασμένος ἀπό τούς διϰούς μου θεούς,
τοῦτες τίς πέτρες.

Ξέρω πώς δέν ξέρουν, ἀλλά ἐγώ
πού ἀϰολούθησα τόσες φορές
τό ὃρόμο ἀπ’ τό φονιά στό σϰοτωμένο
ἀπό τό σϰοτωμένο στήν πληρωμή
ϰι’ ἀπό τήν πληρωμή στόν ἄλλο φόνο,
ψηλαφώντας
τήν ἀνεξάντλητη πορφύρα
τό βράδι ἐ ϰεῖνο τοῦ γυρισμοῦ
πού ἄρχισαν νά σφυρίζουν οἱ Σεμνές
στό λιγοστό χορτάρι –
εἴδα τά φίδια σταυρωτά μέ τίς ὂχιές
πλεγμένα πάνω στήν ϰα ϰή γενιά
τή μοίρα μας.

Φωνές ἀπό τήν πέτρα ἀπό τόν ὕπνο
βαθύτερες ἐδῶ πού ὁ ϰόσμος σϰοτεινιάζει,
μνήμη τοῦ μόχθου ριζωμένη στό ρυθμό
πού χτύπησε τή γῆς μέ πόδια
λησμονημένα.
Σώματα βυθισμένα στά θεμέλια
τοῦ ἄλλου ϰαιροῦ, γυμνά. Μάτια
προσηλωμένα προσηλωμένα, σ’ ἕνα σημάδι
πού ὅσα ϰι’ ἂν θέλεις δέν τό ξεχωρίζεις·
ἡ ψυχή
πού μάχεται γιά νά γίνει ψυχή σου.

Μήτε ϰι’ ἠ σιωπή εἶναι πιά διϰή σου
ἐδῶ πού σταματήσαν οἱ μυλόπετρες.

Γιώργος Σεφέρης

da “ΓΥΜΝΟΠΑΙΔΙΑ”, Atene, 1936

Rispondi

Inserisci i tuoi dati qui sotto o clicca su un'icona per effettuare l'accesso:

Logo di WordPress.com

Stai commentando usando il tuo account WordPress.com. Chiudi sessione /  Modifica )

Google photo

Stai commentando usando il tuo account Google. Chiudi sessione /  Modifica )

Foto Twitter

Stai commentando usando il tuo account Twitter. Chiudi sessione /  Modifica )

Foto di Facebook

Stai commentando usando il tuo account Facebook. Chiudi sessione /  Modifica )

Connessione a %s...

Questo sito utilizza Akismet per ridurre lo spam. Scopri come vengono elaborati i dati derivati dai commenti.