Durata – Ghiannis Ritsos

Vincent van Gogh, Paesaggio con covoni e luna che sorge, 1889, Kröller-Müller Museum, Otterlo

 

La notte ci guarda tra il fogliame delle stelle.
Bella notte silenziosa. Verrà una notte
in cui non ci saremo. E anche allora
il granturco canterà le sue antiche canzoni,
le mietitrici s’innamoreranno accanto ai covoni,
e tra i nostri versi dimenticati
come tra le spighe gialle
un viso giovane, illuminato dalla luna,
guarderà, come noi stanotte,
quella piccola nube d’argento

che si piega e appoggia la fronte sulla spalla dell’altura.

Ghiannis Ritsos

(Traduzione di Nicola Crocetti)

1959
da Seminario estivo, 1953-1964, in Poesie IV, 1975

da “Poeti greci del Novecento”, “I Meridiani” Mondadori, 2010

∗∗∗

Διάρκεια

‘Η νύχτα μάς κοιτάζει μεσ’ απ’ τά φυλλώματα των άστρων.
Όμορφη νύχτα, σιωπηλή. Θα ‘ρθει μιά νύχτα
κι εμείς θα λείπουμε. Και τότε πάλι
θα τραγουδάνε οι αραποσιτιές τ’ αρχαία τραγούδια τους,
οι θερίστριες θα ερωτεύονται πλάι στα δεμάτια,
κι ανάμεσα απ’ τους ξεχασμένους στίχους μας
όπως ανάμεσα απ’ τα κίτρινα στάχυα
ένα πρόσωπο νεανικό, φωτισμένο απ’ το φεγγάρι,
θα κοιτάζει, όπως εμείς απόψε,
εκείνο το μικρό ασημένιο σύννεφο
που γέρνει κι ακουμπάει το μέτωπο του στον ώμο του λόφου.

Γιάννης Ρίτσος

1959

da “θερινό φροντιστήριο” (1953-1964) 

Un albero – Ghiannis Ritsos

Piet Mondrian, L’Albero argentato, 1911, L’Aja, Gemeentemuseum Den Haag

 

L’albero era cresciuto nella parte superiore del giardino,
alto, solitario, slanciato – la sua altezza forse
tradiva un’idea segreta d’intrusione. Non diede mai
fiori né frutti, solo un’ombra lunga che divideva in due il giardino
e una misura inapplicabile agli altri alberi, carichi e curvi.
Ogni sera, quando il tramonto glorioso si spegneva,
uno strano uccello arancione si appollaiava silenzioso tra le sue fronde
come il suo unico frutto – una piccola campana d’oro
su un altissimo campanile verde. Quando tagliarono l’albero,
l’uccello vi volteggiava sopra con piccoli gridi feroci
disegnando cerchi nell’aria, disegnando nel tramonto
la forma inesauribile dell’albero; e quella piccola campana
sonava invisibile lassú, piú alta dell’altezza dell’albero.

Ghiannis Ritsos

(Traduzione di Nicola Crocetti)

da “Il funambolo e la luna”, Crocetti Editore, 2005

∗∗∗

Ένα δέντρο

Τό δέντρο αύτό είχε φυτρώσει στό πάνω μέρος του κήπου,
ψηλό, μοναχικό, εύθυτενές – ίσως τό ύψος του
νά πρόδινε μιά μυστικήν ιδέα παρείσακτου. Ποτέ δέν έδωσε
λουλούδια καί καρπούς, μόνο μιά σκιά μακριά πού χώριζε στά δυό τόν κήπο
κι Ινα μέτρο άνεφάρμοστο γιά τά σκυμμένα, φορτωμένα δέντρα.
Κάθε βράδυ, δταν έσβηνε τό ένδοξο ήλιόγερμα,
ένα παράξενο, πορτοκαλί πουλί κούρνιαζε σιωπηλό στό φύλλωμά του
σάν τόν μοναδικό καρπό του – μιά μικρή χρυσή καμπάνα
σ’ ένα πράσινο, θεόρατο καμπαναριό. Όταν κόψαν τό δέντρο,
εκείνο τό πουλί γύριζε μέ μικρές, άγριες κραυγές επάνω του
γράφοντας κύκλους στόν άγέρα, γράφοντας στό λιόγερμα
τό σχήμα του δέντρου άνεξάντλητο’ κι αύτή ή μικρή καμπάνα
σήμαινε άόρατη ψηλά, καί πιό ψηλά άπ’ τό ύψος του.

Γιάννης Ρίτσος

da “Ό σχοινοβάτης καί ή σελήνη”, 1982

Addii – Ghiannis Ritsos

Andrew Wyeth, Moon Madness, 1982

 

Grandi stanze di vecchie case avite di provincia
piene di fischi di navi lontane, piene
di spenti rintocchi di campane e di battiti profondi
d’orologi antichissimi. Nessuno abita piú qui dentro
eccetto le ombre, e un violino appeso al muro,
e le banconote fuori corso sparse sulle poltrone
e sul letto largo con la coperta gialla. Di notte
scende la luna, passa davanti agli specchi esanimi
e coi gesti piú lenti rassetta dietro i vetri
i fischi d’addio delle navi affondate.

Ghiannis Ritsos

Karlòvasi 15.VΙΙΙ.1978

(Traduzione di Nicola Crocetti)

da “Il funambolo e la luna”, Crocetti Editore, 1984

∗∗∗

Αποχαιρετισμοί

Μεγάλα δωμάτια παλιών αρχοντικών στήν έπαρχία
γεμάτα άπό σφυρίγματα μακρινών πλοίων, γεμάτα
άπό σβησμένες καμπανοκρουσίες καί βαθιούς χτύπους
πανάρχαιων ρολογιών. Κανείς δέν κατοικεί έδώ μέσα
πάρεξ οί σκιές, κι ένα βιολί κρεμασμένο στόν τοίχο,
καί τ’ άχρηστα χαρτονομίσματα σκόρπια στίς πολυθρόνες
καί τό φαρδύ κρεβάτι μέ τήν κίτρινη κουβέρτα. Τίς νύχτες
κατεβαίνει ή σελήνη, προσπερνάει τούς άπνοους καθρέφτες
καί μέ τίς πιό άργές χειρονομίες συγυρίζει πίσω απ’ τά τζάμια
τ’ άποχαιρετιστήρια σφυρίγματα τών βυθισμένων πλοίων.

Γιάννης Ρίτσος

Καρλόβασι, 15.VΙΙΙ.1978

da “Ό σχοινοβάτης καί ή σελήνη”, 1982

Scolorimento – Ghiannis Ritsos

Ghiannis Ritsos

 

Piú passa il tempo e piú ingrandisce il mare.
Contemporaneamente perde i suoi colori.
Le cime si spezzano a una a una. Innumerevoli ancore
arrugginiscono sulla terraferma. Quella che chiamavamo
libertà, che non fosse la perdita? E che non sia
la perdita l’unico guadagno? Dopo
né perdita né guadagno. Niente. Le luci
della dogana e della taverna sul mare spente.
Solo la notte con le stelle false.

Ghiannis Ritsos

Kalamos, 10.X.82

(Traduzione di Nicola Crocetti)

da “Il funambolo e la luna”, Crocetti Editore, 1984

∗∗∗

’Αποχρωματισμός

Χρόνο τό χρόνο μεγεθύνεται ή θάλασσα.
Χάνει ταυτόχρονα τά χρώματά τηζ·
Τά σκοινιά κόβονται ίνα ένα. Πλήθος άγκυρες
σκουριάζουν στη στεριά. Αύτό που ονομάζουμε
έλευθερία, μήπως ήταν ή απώλεια; Καί μήπως
ή άπώλεια τό μόνο κέρδος; “Υστερα
ούτε άπώλεια ούτε κέρδος. Τίποτα. Τά φώτα
του τελωνείου καί τής ναυτικής ταβέρνας έσβησαν.
Μονάχα ή νύχτα μέ τά κάλπικα άστρα της.

Γιάννης Ρίτσος

Κάλαμος, 10.Χ.82

da “Ό σχοινοβάτης καί ή σελήνη”, 1982

Sera grigia – Ghiannis Ritsos

 

Mi duole in petto la bellezza: mi dolgono le luci
nel pomeriggio arrugginito; mi duole
questo colore sulla nube – viola plumbeo
viola repellente; il mezzo anello della luna
che brilla appena – mi duole. Passò un battello.
Una barca; i remi; gli innamorati; il tempo.
I ragazzi di ieri sono invecchiati. Non tornerai indietro.
Serata grigia, luna sottile, – mi fa male il tempo.

Ghiannis Ritsos

Freatida, 22.V.66

(Traduzione di Nicola Crocetti)

da “Il funambolo e la luna”, Crocetti Editore, 1984

∗∗∗

Σταχτί βράδυ

Μέ πονάει στό στήθος ή ομορφιά· μέ πονούν τά φώτα
μέσα στο σκουριασμένο απόγευμα· με πονάει
τό χρώμα αύτό στό σύννεφο – μενεξελί μολυβένιο,
μενεξελί απωθημένο· το μισό δαχτυλίδι της σελήνης
φέγγοντας μόλις – μέ πονάει. Ένα καΐκι πέρασε.
Μιά βάρκά· τά κουπιά· οι ερωτευμένοι· ό χρόνος.
Τά χτεσινά παιδιά γεράσανε. Δέ θά γυρίσεις πίσω.
Σταχτιά βραδιά, φτενό φεγγάρι, – μέ πονάει ό χρόνος.

Γιάννης Ρίτσος

Φρεαττύδα, 22.V.66

da “Ό σχοινοβάτης καί ή σελήνη”, 1982