Per rimanere – Costantino Kavafis

Hervé Guibert, Les Lettres de Matthieu, 1984

 

Forse l’una di notte,
l’una e mezza.

                          Un cantuccio di taverna
di là dal legno di tramezzo.
Nel locale deserto noi due, soli.
Lo rischiariva appena la lampada a petrolio.
E, stranito di sonno, il cameriere, sulla porta, dormiva.

Nessun occhio su noi. Ma sí riarsi
già ci aveva la brama,
che divenimmo ignari di cautele.

A mezzo si dischiusero le vesti,
scarse (luglio flagrava).

O fruire di carni
fra semiaperte vesti, celere
denudare di carni… il tuo fantasma
ventisei anni ha valicato. E giunge,
ora, per rimanere, in questi versi.

Costantino Kavafis

(Traduzione di Filippo Maria Pontani)

1919

da “Poesie”, “Lo Specchio” Mondadori, 1961

∗∗∗

Να μείνει

Η ώρα μια την νύχτα θάτανε,
ή μιάμισυ.

                   Σε μια γωνιά του καπηλειού·
πίσω απ’ το ξύλινο το χώρισμα.
Εκτός ημών των δυο το μαγαζί όλως διόλου άδειο.
Μια λάμπα πετρελαίου μόλις το φώτιζε.
Κοιμούντανε, στην πόρτα, ο αγρυπνισμένος υπηρέτης.

Δεν θα μας έβλεπε κανείς. Μα κιόλας
είχαμεν εξαφθεί τόσο πολύ,
που γίναμε ακατάλληλοι για προφυλάξεις.

Τα ενδύματα μισοανοίχθηκαν — πολλά δεν ήσαν
γιατί επύρωνε θείος Ιούλιος μήνας.

Σάρκας απόλαυσις ανάμεσα
στα μισοανοιγμένα ενδύματα·
γρήγορο σάρκας γύμνωμα — που το ίνδαλμά του
είκοσι έξι χρόνους διάβηκε· και τώρα ήλθε
να μείνει μες στην ποίησιν αυτή.

Κωνσταντίνος Καβάφης

da “Ποιήματα 1897-1933”, Ίκαρος, 1984

Ritorna – Costantino Kavafis

Rudolf Bonvie, Dialog, 1973

 

Ritorna spesso e prendimi
ritorna e prendimi o sensazione amata −
se la memoria del corpo si desta
e il vecchio spasimo passa nel sangue,
poi che le labbra e la pelle trasalgono
e ancora le mani sembra che tocchino.

Ritorna spesso e prendimi, la notte
poi che le labbra e la pelle trasalgono.

Costantino Kavafis

(Traduzione di Margherita Dalmàti e Nelo Risi)

da “Constantinos Kavafis, Cinquantacinque poesie”, Einaudi, Torino, 1968

 ∗∗∗

Επέστρεφε

Επέστρεφε συχνά και παίρνε µε,
αγαπηµένη αίσθησις επέστρεφε και παίρνε µε –
όταν ξυπνά του σώµατος η µνήµη,
κ’ επιθυµία παληά ξαναπερνά στο αίµα·
όταν τα χείλη και το δέρµα ενθυµούνται,
κ’ αισθάνονται τα χέρια σαν ν’ αγγίζουν πάλι.

Επέστρεφε συχνά και παίρνε µε την νύχτα,
όταν τα χείλη και το δέρµα ενθυµούνται…

Κωνσταντίνος Καβάφης

da “Ποιήματα 1897-1933”, Ίκαρος, 1984

Giorni del 1903 – Costantino Kavafis

Portrait of Audrey Hepburn by Jack Cardiff, 1956

 

Non li ho trovati piú – li persi cosí in fretta…
quei poetici occhi, il volto
esangue… nella via che imbruniva…

Non li ho trovati piú – cosí per caso posseduti
e cosí facilmente abbandonati;
ma poi con agonia cercati.
I poetici occhi, il volto esangue,
quelle labbra, non li ho trovati piú.

Costantino Kavafis 

(Traduzione di Nicola Crocetti)

da “Poesie erotiche”, Crocetti Editore, 1983

∗∗∗

Μέρες του 1903

∆εν τα ηύρα πια ξανά – τα τόσο γρήγορα χαµένα…
τα ποιητικά τα µάτια, το χλωµό
το πρόσωπο… στο νύχτωµα του δρόµου…

∆εν τα ηύρα πια – τ’ αποκτηθέντα κατά τύχην όλως,
που έτσι εύκολα παραίτησα·
και που κατόπι µε αγωνίαν ήθελα.
Τα ποιητικά τα µάτια, το χλωµό το πρόσωπο,
τα χείλη εκείνα δεν τα ηύρα πια.

Κωνσταντίνος Καβάφης

da “Ποιήματα 1897-1933”, Ίκαρος, 1984

Sulla nave – Costantino Kavafis

Annelise Kretschmer, Portrait au soleil, vers 1930

 

In questo segno grafico lieve
Tracciato in fretta a bordo della nave
Ritrovo, sì, i suoi tratti.

Noi cinti dal mare ionico,
Stregato il pomeriggio.

I suoi tratti. Ma bello
Molto più di così mi appare
Ora, nel rievocarlo.

Una morbosità nel sentimento
Tale, la sua, da renderne
Abbagliante lo sguardo.

                                             Così riemerge
Dentro di me – dal Tempo.

Dal Tempo… Eventi tanto
Remoti… Quel ritratto,
La nave, il pomeriggio…

Costantino Kavafis

[1919]

(Traduzione di Guido Ceronetti)

da “Un’ombra fuggitiva di piacere”, Adelphi Edizioni, 2004

∗∗∗

Τοῦ Πλοίου

Τόν μοιάζει βέβαια ἡ μικρή αυτή,
μέ τό μολύβι ἀπεικόνισίς του.

Γρήγορα καμωμένη, στό κατάστρωμα τοῦ πλοίου·
ἕνα μαγευτικὸ ἀπόγευμα.
Τό ’Ιόνιον πέλαγος ὁλόγυρά μας.

Τόν μοιάζει. Ὅμως τόν θυμοῦμαι σάν πιό ἔμορφο.
Μέχρι παθήσεως ἦταν αἰσθητικός,
κι αὐτό εφώτιζε την ἔκφρασί του.
Πιο ἔμορφος με φανερώνεται
τώρα που η ψυχή μου τον ἀνακαλεί, ἀπ’ τον Καιρό.

Ἀπ’ τòν Καιρό. Εἴν’ ὄλ’ αὐτά τά πράγματα πολύ παληά —
τò σκίτσο, καì τò πλοῖο, καì τò απόγευμα.

Κωνσταντίνος Καβάφης

da “Ποιήματα 1897-1933”, Ίκαρος, 1984

Dal cassetto – Costantino Kavafis

Paolo Roversi, Lucie de la Falaise, 1990

 

Volevo appenderla a un muro della stanza.

Ma l’umidità del cassetto l’ha guastata.

Non la metto in un quadro questa foto.

Dovevo conservarla con piú cura.

Queste le labbra, questo il viso –
ah, per un giorno solo, per un’ora
solo tornasse quel passato.

Non la metto in un quadro questa foto.

Mi fa soffrire vederla cosí guasta.

Del resto, se anche non fosse guasta,
che fastidio badare a non tradirmi –
una parola o il tono della voce –
se mai qualcuno mi chiedesse chi era.

Costantino Kavafis

(Traduzione di Nicola Crocetti)

da “Poesie erotiche”, Crocetti Editore, 1983

∗∗∗

Απʹ το συρτάρι

Εσκόπευα στης κάµαράς µου έναν τοίχο να την θέσω.

Αλλά την έβλαψεν η υγρασία του συρταριού.

Σε κάδρο δεν θα βάλω την φωτογραφία αυτή.

Έπρεπε πιο προσεκτικά να την φυλάξω.

Αυτά τα χείλη, αυτό το πρόσωπο –
α για µια µέρα µόνο, για µιαν ώρα
µόνο, να επέστρεφε το παρελθόν τους.

Σε κάδρο δεν θα βάλω την φωτογραφία αυτή.

Θα υποφέρω να την βλέπω έτσι βλαµµένη.

Άλλωστε, και βλαµµένη αν δεν ήταν,
θα µʹ ενοχλούσε να προσέχω µη τυχόν καµιά
λέξις, κανένας τόνος της φωνής προδώσει –
αν µε ρωτούσανε ποτέ γιʹ αυτήν.

Κωνσταντίνος Καβάφης

da “Κρυμμένα Ποιήματα 1877 -1923”, Ίκαρος, 1993