Dal cassetto – Costantino Kavafis

Paolo Roversi, Lucie de la Falaise, 1990

 

Volevo appenderla a un muro della stanza.

Ma l’umidità del cassetto l’ha guastata.

Non la metto in un quadro questa foto.

Dovevo conservarla con piú cura.

Queste le labbra, questo il viso –
ah, per un giorno solo, per un’ora
solo tornasse quel passato.

Non la metto in un quadro questa foto.

Mi fa soffrire vederla cosí guasta.

Del resto, se anche non fosse guasta,
che fastidio badare a non tradirmi –
una parola o il tono della voce –
se mai qualcuno mi chiedesse chi era.

Costantino Kavafis

(Traduzione di Nicola Crocetti)

da “Poesie erotiche”, Crocetti Editore, 1983

∗∗∗

Απʹ το συρτάρι

Εσκόπευα στης κάµαράς µου έναν τοίχο να την θέσω.

Αλλά την έβλαψεν η υγρασία του συρταριού.

Σε κάδρο δεν θα βάλω την φωτογραφία αυτή.

Έπρεπε πιο προσεκτικά να την φυλάξω.

Αυτά τα χείλη, αυτό το πρόσωπο –
α για µια µέρα µόνο, για µιαν ώρα
µόνο, να επέστρεφε το παρελθόν τους.

Σε κάδρο δεν θα βάλω την φωτογραφία αυτή.

Θα υποφέρω να την βλέπω έτσι βλαµµένη.

Άλλωστε, και βλαµµένη αν δεν ήταν,
θα µʹ ενοχλούσε να προσέχω µη τυχόν καµιά
λέξις, κανένας τόνος της φωνής προδώσει –
αν µε ρωτούσανε ποτέ γιʹ αυτήν.

Κωνσταντίνος Καβάφης

da “Κρυμμένα Ποιήματα 1877 -1923”, Ίκαρος, 1993

Il dicembre del 1903 – Costantino Kavafis

Paolo Roversi, Lucie de la Falaise, 1990

 

E se non posso dire del mio amore –
se non parlo dei tuoi capelli, delle labbra, degli occhi,
serbo però nell’anima il tuo viso,
il suono della voce nel cervello,
i giorni di settembre che mi sorgono in sogno:
e dan forma e colore a parole e frasi
qualunque tema io tratti, qualunque idea io dica.

Costantino Kavafis

(Traduzione di Nicola Crocetti)

da “Poesie erotiche”, Crocetti Editore, 1983

∗∗∗

Ο ∆εκέµβρης του 1903

Κιʹ αν για τον έρωτά µου δεν µπορώ να πω –
αν δεν µιλώ για τα µαλλιά σου, για τα χείλη, για τα µάτια·
όµως το πρόσωπό σου που κρατώ µες στην ψυχή µου,
ο ήχος της φωνής σου που κρατώ µες στο µυαλό µου,
οι µέρες του Σεπτέµβρη που ανατέλλουν στα όνειρά µου,
τες λέξεις και τες φράσεις µου πλάττουν και χρωµατίζουν
εις όποιο θέµα κι αν περνώ, όποιαν ιδέα κι αν λέγω.

Κωνσταντίνος Καβάφης

da “Κρυμμένα Ποιήματα 1877 -1923”, Ίκαρος, 1993

Lontano – Costantino Kavafis

Edward Weston, Sibyl Anikeeff, 1921

 

Dire vorrei questo ricordo… Ma
s’è cosí spento… quasi nulla resta:
lontano, ai primi anni d’adolescenza, posa.

Pelle di gelsomino…
E la sera d’agosto (agosto fu?)…
Ormai ricordo appena gli occhi: azzurri, forse…
Oh, azzurri, sí! come zaffiro azzurri.

Costantino Kavafis

(Traduzione di Filippo Maria Pontani)

 da “Poesie”, “Lo Specchio” Mondadori, 1961

∗∗∗

Μακρυά

Θα ’θελα αυτήν την µνήµη να την πω…
Μα έτσι εσβύσθη πια… σαν τίποτε δεν αποµένει –
γιατί µακρυά, στα πρώτα εφηβικά µου χρόνια κείται.

∆έρµα σαν καµωµένο από ιασεµί…
Εκείνη του Αυγούστου – Αύγουστος ήταν; – η βραδυά…
Μόλις θυµούµαι πια τα µάτια· ήσαν, θαρρώ, µαβιά…
Α ναι, µαβιά· ένα σαπφείρινο µαβί.

Κωνσταντίνος Καβάφης

da “Ποιήματα 1897-1933”, Ίκαρος, 1984

Per quanto sta in te – Constantino Kavafis

Foto di Amani Willett

 

E se non puoi la vita che desideri
cerca almeno questo
per quanto sta in te: non sciuparla
nel troppo commercio con la gente
con troppe parole in un viavai frenetico.

Non sciuparla portandola in giro
in balía del quotidiano
gioco balordo degli incontri
e degli inviti,
fino a farne una stucchevole estranea.

Constantino Kavafis

(Traduzione di Margherita Dalmàti e Nelo Risi)

da “Constantinos Kavafis, Cinquantacinque poesie”, Torino, Einaudi, 1968

∗∗∗

Όσο Mπορείς

Κι αν δεν μπορείς να κάμεις την ζωή σου όπως την θέλεις,
τούτο προσπάθησε τουλάχιστον
όσο μπορείς: μην την εξευτελίζεις
μες στην πολλή συνάφεια του κόσμου,
μες στες πολλές κινήσεις κι ομιλίες.

Μην την εξευτελίζεις πηαίνοντάς την,
γυρίζοντας συχνά κ’ εκθέτοντάς την
στων σχέσεων και των συναναστροφών
την καθημερινήν ανοησία,
ώς που να γίνει σα μια ξένη φορτική.

Κωνσταντίνος Καβάφης

da “Ποιήματα 1897-1933”, Ίκαρος, 1984

Per rimanere – Costantino Kavafis

Hervé Guibert, Les Lettres de Matthieu, 1984

 

Forse l’una di notte,
l’una e mezza.

                          Un cantuccio di taverna
di là dal legno di tramezzo.
Nel locale deserto noi due, soli.
Lo rischiariva appena la lampada a petrolio.
E, stranito di sonno, il cameriere, sulla porta, dormiva.

Nessun occhio su noi. Ma sí riarsi
già ci aveva la brama,
che divenimmo ignari di cautele.

A mezzo si dischiusero le vesti,
scarse (luglio flagrava).

O fruire di carni
fra semiaperte vesti, celere
denudare di carni… il tuo fantasma
ventisei anni ha valicato. E giunge,
ora, per rimanere, in questi versi.

Costantino Kavafis

(Traduzione di Filippo Maria Pontani)

1919

da “Poesie”, “Lo Specchio” Mondadori, 1961

∗∗∗

Να μείνει

Η ώρα μια την νύχτα θάτανε,
ή μιάμισυ.

                   Σε μια γωνιά του καπηλειού·
πίσω απ’ το ξύλινο το χώρισμα.
Εκτός ημών των δυο το μαγαζί όλως διόλου άδειο.
Μια λάμπα πετρελαίου μόλις το φώτιζε.
Κοιμούντανε, στην πόρτα, ο αγρυπνισμένος υπηρέτης.

Δεν θα μας έβλεπε κανείς. Μα κιόλας
είχαμεν εξαφθεί τόσο πολύ,
που γίναμε ακατάλληλοι για προφυλάξεις.

Τα ενδύματα μισοανοίχθηκαν — πολλά δεν ήσαν
γιατί επύρωνε θείος Ιούλιος μήνας.

Σάρκας απόλαυσις ανάμεσα
στα μισοανοιγμένα ενδύματα·
γρήγορο σάρκας γύμνωμα — που το ίνδαλμά του
είκοσι έξι χρόνους διάβηκε· και τώρα ήλθε
να μείνει μες στην ποίησιν αυτή.

Κωνσταντίνος Καβάφης

da “Ποιήματα 1897-1933”, Ίκαρος, 1984