da «Sole il Primo» – Odisseas Elitis

Paul Klee, Ad Parnassum, 1932

SPESSO QUANDO PARLO DEL SOLE UNA GRANDE ROSA ROSSA MI S’IMPIGLIA NELLA LINGUA.
MA TACERE NON MI È POSSIBILE
I

Non la conosco più la notte, atroce anonimia di morte
Una flotta di stelle approda in fondo alla mia anima.
Espero, sentinella, brilla accanto alla brezza
Turchina di un’isola che mi sogna
Mentre annuncio l’alba dall’alto degli scogli
I miei occhi ti fanno navigare abbracciato alla stella
Del mio cuore più giusto: Non la conosco più la notte.

Non li conosco più i nomi di un mondo che mi rifiuta
Chiaramente leggo conchiglie foglie stelle
L’inimicizia mi è superflua nelle strade del cielo
A meno che non sia il sogno a guardarmi
Attraversare con lacrime il mare dell’immortalità
Espero, sotto l’arco del tuo fuoco d’oro
La notte che è soltanto notte non la conosco più.

              II
     Corpo dell’estate

Ne è passato di tempo da quando si udì l’ultima pioggia
Sulle formiche e sulle lucertole
Ora il cielo brucia senza fine
I frutti si tingono la bocca
Si aprono piano piano i pori della terra
E accanto all’acqua che goccia sillabando
Un’enorme pianta fissa negli occhi il sole!

Chi è colui che giace lassù sulle spiagge
E fuma sdraiato foglie d’olivo argentate
Le cicale si scaldano alle sue orecchie
Le formiche lavorano sul suo petto
Lucertole s’insinuano nell’erba dell’ascella
E dalle alghe dei piedi passa lieve un’onda
Inviata dalla piccola sirena che cantò:

Oh corpo dell’estate nudo e riarso
Corroso dall’olio e dal sale
Corpo della roccia e brivido del cuore
Grande sventolio di chiome di agnocasto
Alito di basilico sul pube ricciuto
Pieno di stelle e di aghi di pino
Corpo profondo natante del giorno!

Vengono piogge leggere improvvise grandinate
Terre sferzate dalle unghie gelide della bufera
Che illividisce al largo nella furia delle onde
Si tuffano i colli in seno alle dense nubi
Ma nonostante tutto sorridi spensierato
E ritrovi la tua ora immortale
Come sulle spiagge ti ritrova il sole
E nella tua giovane nudità il cielo.

XVI

Con quali pietre quale sangue e quale ferro
Con quale fuoco siamo fatti
Mentre sembriamo solo nuvola
E ci lapidano e ci chiamano
Sognatori
Come viviamo giorno e notte
Solo Dio lo sa.

Quando la notte, amico, accende il tuo dolore elettrico
Vedo l’albero del cuore distendersi
Le tue mani aperte sotto un’Idea bianchissima
Che sempre invochi
E mai discende
Per anni e anni
Lei lassù e tu qua in basso.

Eppure la visione del desiderio un giorno si sveglia carne
E là dove prima non risplendeva che nuda solitudine
Ora ride una bella città, come tu l’hai voluta
Tra poco la vedrai, ti aspetta
Dammi la mano e andiamo là prima che l’Alba
La inondi di grida di trionfo.

Dammi la mano – prima che sulle spalle
Degli uomini si radunino gli uccelli a cantare
Come finalmente si sia vista arrivare da lontano
La Vergine Speranza visibile in mare aperto!
Andiamo insieme e ci lapidino pure
Chiamandoci sognatori
Amico, quanti non sentirono mai con quale
Ferro quali pietre e sangue e quale fuoco
Costruiamo sogniamo e cantiamo!

Odisseas Elitis

(Traduzione di Paola Maria Minucci)

da “Odisseas Elitis, È presto ancora”, Donzelli Poesia, 2011

***

da «Ήλιος ο πρώτος»

ΕΤΣΙ ΣΥΧΝΑ ΟΤΑΝ ΜΙΛΩ ΓΙΑ ΤΟΝ ΗΛΙΟ ΜΠΕΡΔΕΥΕΤΑΙ ΣΤΗΓΑΩΣΣΑ ΜΟΥ ΕΝΑ ΜΕΓΑΛ Ο ΤΡΙΑΝΤΑ ΦΥΛΛΟ ΚΑ ΤΑΚΟΚΚΙΝΟ. ΑΛΛΑ ΔΕΝ ΜΟ Υ ΕΙΝΑΙ ΒΟΛΕΤΟ ΝΑ ΣΩΠΑΣΩ
I

Δέν ξέρω πια τη νύχτα φοβερή ανωνυμία θανάτου
Στον μυχό της ψυχής μου αράζει στόλος άστρων.
“Εσπερε φρουρέ για να λάμπεις πλάι στό ούρανί
Αεράκι ενός νησιού πού μέ ονειρεύεται
Ν’ αναγγέλλω τήν αύγή από τα ψηλά του βράχια
Τα δυό μάτια μου αγκαλιά σέ πλέουνε μέ τό άστρο
Της σωστης μου καρδιάς: Δέν ξέρω πια τή νύχτα.

Δέν ξέρω πια τα ονόματα ενός κόσμου πού μ’ άρνιέται
Καθαρά διαβάζω τα όστρακα τα φύλλα τ’ άστρα
‘Η εχτρα μοΰ είναι περιττή στούς δρόμους τ’ ούρανοΰ
Εξόν κι αν είναι τ’ όνειρο πού μέ ξανακοιτάζει
Μέ δάκρυα να διαβαίνω της αθανασίας τή θάλασσα
“Εσπερε κάτω απ’ τήν καμπύλη της χρυσής φωτιάς σου
Τή νύχτα πού είναι μόνο νύχτα δέν τήν ξέρω πιά.

                        II
  Σώμα του καλοκαιριού

Πάει καιρός πού ακούστηκεν ή τελευταία βροχή
Πάνω από τα μυρμήγκια καί τίς σαύρες
Τώρα ο ούρανός καίει απέραντος
Τα φρούτα βάφουνε τό στόμα τους
Της γης οί πόροι ανοίγουνται σιγα σιγα
Καί πλάι απ’ το νερό πού στάζει συλλαβίζοντας
“Ενα πελώριο φυτό κοιτάει κατάματα τόν ήλιο!

Ποιος είναι αυτός πού κείτεται στίς πάνω αμμουδιές
Ανάσκελα φουμέρνοντας άσημοκαπνισμένα ελιόφυλλα
Τά τζιτζίκια ζεσταίνονται στ’ αυτιά του
Τά μυρμήγκια δουλεύουνε στό στήθος του
Σαύρες γλιστρούν στη χλόη της μασχάλης
Κι άπό τά φύκια των ποδιών του άλαφροπερνά ένα κύμα
Σταλμένο απ’ τη μικρή σειρήνα πού τραγούδησε:

’Ώ σώμα τοϋ καλοκαιριού γυμνό καμένο
Φαγωμένο άπό τό λάδι κι άπό τό αλάτι
Σώμα τού βράχου καί ρίγος της καρδιάς
Μεγάλο ανέμισμα της κόμης λυγαριάς
“Αχνα βασιλικού πάνω άπό τό σγουρό εφηβαΐο
Γεμάτο άστράκια καί πευκοβελόνες
Σώμα βαθύ πλεούμενο τής μέρας!

“Ερχονται σιγανές βροχές ραγδαία χαλάζια
Περνάν δαρμένες οί στεριές στά νύχια τού χιονιά
Πού μελανιάζει στά βαθιά μ’ άγριεμένα κύματα
Βουτάνε οί λόφοι στά πηχτά μαστάρια τών νεφών
“Ομως καί πίσω άπ’ όλα αυτά χαμογελάς άνέγνοια
Καί ξαναβρίσκεις τήν άθάνατη ώρα σου
“Οπως στίς άμμουδιές σέ ξαναβρίσκει ο ήλιος
“Οπως μές στή γυμνή σου υγεία ο ουρανός.

XVI

Μέ τί πέτρες τί αίμα καί τί σίδερο
Καί τί φωτιά είμαστε καμωμένοι
Ένώ φαινόμαστε άπό σκέτο σύννεφο
Καί μάς λιθοβολούν καί μάς φωνάζουν
Άεροβάτες
Το πως περνούμε τις μέρες καί τις νύχτες μας
“Ενας Θεός το ξέρει.

Φίλε μου όταν άνάβ’ η νύχτα την ηλεχτρική σου οδύνη
Βλέπω τό δέντρο της καρδιάς πού απλώνεται
Τα χέρια σου ανοιχτά κάτω από μιαν Ιδέα ολόλευκη
Πού όλο παρακαλεΐς
Κι όλο δέν κατεβαίνει
Χρόνια καί χρόνια
Εκείνη εκεΐ ψηλά εσύ εδώ πέρα.

Κι όμως τού πόθου τ’ όραμα ξυπνάει μιά μέρα σάρκα
Κι εκεΐ όπου πρίν δέν αστραφτε παρά γυμνή ερημιά
Τώρα γελάει μιά πολιτεία ώραία καθώς τή θέλησες
Κοντεύεις νά τή δεΐς σέ περιμένει
Δώσε τό χέρι σου νά πάμε πρίν η Αυγή
Τήν περιλούσει μέ ιαχές θριάμβου.

Δώσε τό χέρι σου — πρίν συναχτούν πουλιά
Στούς ώμους τάν ανθρώπων καί τό κελαηδήσουνε
Πώς επιτέλους φάνηκε νά ’ρχεται από μακριά
‘Η ποντοθώρητη παρθένα Ελπίδα!
Πάμε μαζί κι ας μάς λιθοβολούν
Κι ας μάς φωνάζουν άεροβάτες
Φίλε μου όσοι δέν ένιωσαν ποτέ μέ τί
Σίδερο μέ τί πέτρες τί αίμα τί φωτιά
Χτίζουμε ονειρευόμαστε καί τραγουδούμε!

Οδυσσέας Ελύτης

da “Οδυσσέας Ελύτης, Ήλιος ο πρώτος”, Ίκαρος, Αθήνα, 1943

Età del glauco ricordo – Odisseas Elitis

Foto di David Hamilton

 

Oliveti e vigne lontano fino al mare
Rosse barche da pesca più lontano fino al ricordo
Elitre dorate d’agosto nel sonno meridiano
Con alghe o conchiglie. E quella barca
Appena varata, verde, che nella pace delle acque del golfo ancora legge «Dio provvede »

Sono passati gli anni foglie e ciottoli
Mi ricordo di ragazzi, marinai che partivano
Tingendo le vele come il loro cuore
Cantavano i quattro punti dell’orizzonte
E portavano tramontane dipinte dentro il petto.

Cosa cercavo quando sei giunta con i colori del sole all’alba
Con l’età del mare negli occhi
E con la salute del sole nel corpo − cosa cercavo
Nelle grotte marine, in profondità dentro gli spaziosi sogni
Dove spumeggiava i suoi sentimenti il vento
Sconosciuto e glauco, incidendo sul mio petto il suo emblema marino

Con la sabbia nelle dita chiudevo le dita
Con la sabbia negli occhi stringevo le dita
Era il dolore −
Mi ricordo era aprile quando sentii per la prima volta il tuo peso umano
Il tuo corpo umano argilla e peccato
Come il nostro primo giorno sulla terra
Era la festa degli amarilli − Ma ricordo soffristi
Fu un morso profondo nelle labbra
Un’unghiata profonda nella pelle là dove s’incide per sempre il tempo

Allora ti lasciai

E un vento tonante sollevò le bianche case
I bianchi sentimenti appena lavati su
Nel cielo che s’illuminava con un sorriso.

Ora avrò accanto una brocca d’acqua immortale
Avrò una libertà simile al vento che scuote
E quelle tue mani dove si tormenterà l’Amore
E quella tua conchiglia dove risuonerà l’Egeo.

Odisseas Elitis

(Traduzione di Paola Maria Minucci)

da “Orientamenti”, 1940, in “Odisseas Elitis, È presto ancora”, Donzelli Poesia, 2011

***

Ηλικία της γλαυκής θύμησης

Ελαιώνες κι αμπέλια μακριά ως τη θάλασσα
Κόκκινες ψαρόβαρκες πιο μακριά ως τη θύμηση
Έλυτρα χρυσά τοΰ Αύγούστου στον μεσημεριάτικο ϋπνο
Μέ φύκια η όστρακα. Κι εκείνο το σκάφος
Φρεσκοβγαλμένο, πράσινο, πού διαβάζει ακόμη στην ειρήνη τοΰ κόλπου των νερών ”Εχει ο Θεός

Περάσανε τά χρόνια φύλλα η βότσαλα
Θυμάμαι τά παιδόπουλα, τούς ναΰτες πού έφευγαν
Βάφοντας τά πανιά σάν την καρδιά τους
Τραγουδούσαν τά τέσσερα σημεία τοΰ ορίζοντα
Κι είχαν ζωγραφιστούς βοριάδες μές στά στήθια.

Τί γύρευα όταν έφτασες βαμμένη απ’ την ανατολή τοΰ ήλιου
Μέ την ήλικία της θάλασσας στά μάτια
Καί μέ την υγεία τοΰ ήλιου στο κορμί —τί γύρευα
Βαθιά στίς θαλασσοσπηλιές μές στά εύρύχωρα όνειρα
“Οπου άφριζε τά αίσθήματά του ο άνεμος
“Αγνωστος καί γλαυκός, χαράζοντας στά στήθια μου το πελαγίσιο του έμβλημα

Μέ την άμμο στά δάχτυλα έκλεινα τά δάχτυλα
Μέ την άμμο στά μάτια έσφιγγα τά δάχτυλα
Ήτανε ή οδύνη —
Θυμάμαι ήταν Απρίλης όταν ένιωσα πρώτη φορά το ανθρώπινο βάρος σου
Το ανθρώπινο σώμα σου πηλό κι αμαρτία
“Οπως την πρώτη μέρα μας στη γη
Γιόρταζαν τις αμαρυλλίδες —Μα θυμάμαι πόνεσες
Ήτανε μια βαθιά δαγκωματια στα χείλια
Μια βαθιά νυχιά στο δέρμα κατά κεΐ πού χαράζεται παντοτινά του ο χρόνος

Σ’ άφησα τότες

Και μια βουερή πνοή σήκωσε τ’ άσπρα σπίτια
Τ’ άσπρα αισθήματα φρεσκοπλυμένα επάνω
Στον ουρανό πού φώτιζε μ’ ένα μειδίαμα.

Τώρα θά ’χω σιμά μου ένα λαγήνι άθάνατο νερό
Θά ’χω ένα σχήμα λευτεριάς άνέμου πού κλονίζει
Κι εκείνα τα χέρια σου όπου θα τυραννιέται ο “Ερωτας
Κι εκείνο τό κοχύλι σου όπου θ’ άντηχεΐ τό Αιγαίο.

Οδυσσέας Ελύτης

da “Οδυσσέας Ελύτης, Προσανατολισμοί”, Atene, 1940

da «Monogramma» – Odisseas Elitis

Foto di Alessio Albi

Ti piangerò sempre − mi senti −
da solo, in Paradiso
                                                      
I

Girerà altrove le linee
Della mano, il Destino, come un manovratore
Per un attimo acconsentirà il Tempo

E come altrimenti, visto che si amano gli uomini.

Il cielo darà forma alle nostre viscere
E l’innocenza colpirà il mondo
Con l’acre nero della morte.

                                                           
 II

Piango il sole e piango gli anni che verranno
Senza di noi e canto gli altri passati
Se veramente sono

Confidenti i corpi e le barche che sbattono dolcemente
Le chitarre che accendono e spengono sotto le acque
I «credimi» e i «non»
Ora nel vento ora nella musica

E le nostre mani, due piccole bestie
Che furtive cercavano di salire l’una sull’altra
Il vaso di brezza negli aperti cortili
E i frammenti di mare che ci seguivano
Fin dietro le siepi e sopra i muri a secco
L’anemone che si depose nella tua mano
E tremò tre volte il viola tre giorni sopra le cascate

Se tutto questo è vero io canto
La trave di legno e l’arazzo quadrato
Alla parete, la Gorgone con i capelli sciolti
Il gatto che ci guardò nel buio
Bambino con la croce vermiglia e l’incenso
Nell’ora che sull’impervia scogliera scende la sera
Piango la veste che sfiorai e fu mio il mondo.

                                                               

III

Così parlo di te e di me

Perché ti amo e nell’amore so
Entrare come Plenilunio
Da ogni parte, per il tuo piccolo piede nelle lenzuola sconfinate
So sfogliare gelsomini − e ho la forza
Sopita, di soffiare e di portarti
Attraverso passaggi luminosi e segreti porticati del mare
Alberi ipnotizzati con ragnatele inargentate

Di te hanno sentito parlare le onde,
Come accarezzi, come baci,
Come sussurri il «cosa» e il «sì»
Tutt’intorno alla gola, alla baia
Sempre noi la luce e l’ombra

Sempre tu la piccola stella e sempre io l’oscuro natante
Sempre tu il porto e io il faro di destra
Il molo bagnato e il bagliore sopra i remi
In alto nella casa con i rampicanti
Le rose intrecciate, l’acqua che si fa fredda
Sempre tu la statua di pietra e sempre io l’ombra che cresce
Tu l’imposta accostata, io il vento che la apre
Perché ti amo e ti amo
Sempre tu la moneta e io l’adorazione che le dà valore:

Tanto la notte, tanto l’urlo nel vento
Tanto la goccia nell’aria, tanto il silenzio
Tutt’intorno il mare despota
L’arcata del cielo con le stelle
Tanto il tuo più piccolo respiro

E ormai non ho altro
Tra le quattro pareti, il soffitto, il pavimento
Se non l’urlo che è tuo e mi colpisce la mia voce
L’odore che è il tuo e s’infuriano gli uomini
Perché non sopportano quel che non hanno
Provato ed è loro straniero, è presto, mi senti
È presto ancora in questo mondo amore mio

Per parlare di te e di me.

                                                             

IV

È presto ancora in questo mondo, mi senti
I mostri non sono stati domati, mi senti
Il mio sangue perduto e l’affilato, mi senti
Coltello
Come ariete corre nei cieli
E delle stelle spezza i rami, mi senti
Sono io, mi senti
Ti amo, mi senti
Ti prendo per mano, ti conduco, ti metto
La bianca veste nuziale di Ofelia, mi senti
Dove mi lasci, dove vai e chi, mi senti

Ti tiene per mano lassù tra i diluvi

Le gigantesche liane e la lava dei vulcani
Verrà giorno, mi senti
Che ci seppelliranno e poi, dopo migliaia di anni, mi senti
Non saremo che pietre lucenti, mi senti
Dove si rifrangerà l’indifferenza, mi senti
Degli uomini
E in migliaia di pezzi ci butterà, mi senti

Nell’acqua ad uno ad uno, mi senti
Conto i miei amari ciottoli, mi senti
E il tempo è una grande chiesa, mi senti
Dove le icone a volte, mi senti
Dei Santi
Piangono lacrime vere, mi senti
Le campane aprono in alto, mi senti
Un profondo valico per lasciarmi passare
Gli angeli aspettano con ceri e salmi funebri
Non me ne andrò via di qui, mi senti
O insieme tutti e due o nessuno, mi senti

Questo fiore della tempesta e, mi senti
Dell’amore
Una volta per sempre lo cogliemmo, mi senti
E non potrà più fiorire, mi senti
Su altri pianeti o stelle, mi senti
Non c’è la terra e neppure il vento
Lo stesso vento che toccammo, mi senti

E non un giardiniere che ci sia riuscito, mi senti

Da inverni e bore simili, mi senti
Spuntare un fiore, solo noi, mi senti
In mezzo al mare
Con la sola volontà dell’amore, mi senti
Alzammo intera tutta un’isola, mi senti
Con grotte, promontori e rupi in fiore
Senti, senti
Chi parla alle acque e chi piange − senti?
Chi cerca l’altro, chi grida − senti?
Sono io che grido e io che piango, mi senti
Ti amo, ti amo, mi senti.

                                                                 

V

Di te ho parlato in tempi lontani
Con esperte nutrici e vecchi partigiani
Perché mai questa tristezza di bestia selvaggia
Sul volto il riverbero d’acqua tremante
E perché mai venirti vicino
Se non voglio l’amore ma il vento
Se dell’alto mare aperto voglio il galoppo

E di te nessuno sapeva niente
Di te né il dittamo né il fungo
Sulle alture di Creta niente
Solo per te Dio accettò di guidarmi la mano

Più vicino, più lontano, con cura su tutto l’arco
Della sponda del volto, i seni, i capelli
Fluttuanti a sinistra sul colle

Il tuo corpo nella posizione del pino solitario
Occhi di fierezza e di trasparenti profondità
Dentro la casa con la vecchia credenza
I gialli merletti e il legno di cipresso
Da solo ad aspettare la tua prima apparizione
In alto nella loggia o dietro sul lastricato del cortile
Con il cavallo del Santo e l’uovo della Resurrezione

Come uscita da un affresco in rovina
Grande quanto ti volle la breve vita
Per contenere nel piccolo cero lo stentoreo bagliore del vulcano
Di te nessuno ha visto né sentito
Niente di te nelle case distrutte o nei deserti
Neppure l’avo sepolto lungo il muro di cinta
Di te neppure la vecchia con tutte le sue erbe

Di te soltanto io, forse, e la musica
che da me scaccio ma sempre più forte ritorna
Di te del tuo seno acerbo di dodicenne
Proteso sul futuro con il rosso cratere
Di te l’odore amaro che come uno spillo
Penetra nel corpo e punge il ricordo
Ed ecco i campi, i colombi, la nostra antica terra.

                                                                   

VI

Ho visto molte cose e la terra più bella appare nella mia mente
Più bella nei vapori dorati
La pietra tagliente, più bello
Il turchino degli istmi e i tetti tra le onde
Più belli i raggi dove passi senza toccare
Invincibile come la Dea di Samotracia sopra le montagne del mare

Così ti ho visto e mi basta:
Il tempo è stato assolto intero
Nel solco che il tuo passaggio lascia
Perché come delfino inesperto la mia anima

Segua giocando con il bianco e l’azzurro!

Vittoria, vittoria dove sono stato vinto
Prima dell’amore e con l’amore
Per la passiflora e la mimosa
Vai, vai anche se mi sono perso

Solo, anche se il sole che tieni in braccio è un neonato
Solo, anche se sono io la patria in lutto
E la parola che ti affidai una foglia di alloro
Solo, il vento forte e solo, il ciottolo
Tutto tondo nello sbattere di palpebre degli oscuri fondali
Il pescatore che tirò su e di nuovo gettò indietro nel tempo il Paradiso!

                                                                       

VII

Nel Paradiso ho disegnato un’isola
A te uguale e una casa sul mare

Con un grande letto e una piccola porta
Ho gettato un’eco nelle acque profonde
Per guardarmi ogni mattina quando mi sveglio

Per vederti a metà passare nell’acqua
E a metà piangerti nel Paradiso.

Odisseas Elitis

(Traduzione di Paola Maria Minucci)

da “È presto ancora”, Donzelli Poesia, 2011

***

Θά πενθώ πάντα —μ’άκοος;— γιά σένα,
μόνος, στον Παράδε
I

Θα γυρίσει άλλοΰ τις χαρακιές
Της παλάμης, η Μοίρα, σαν κλειδοΰχος
Μια στιγμή θα συγκατατεθεΐ ο Καιρός

Πως αλλιώς, άφοΰ αγαπιούνται οί ανθρωποι

Θα παραστήσει ο ουρανός τα σωθικά μας
Και θα χτυπήσει τόν κόσμο ή αθωότητα
Μέ τό δριμύ τοΰ μαύρου τοΰ θανάτου.

                                                                 

II

Πενθώ τόν ήλιο και πενθώ τα χρόνια πού έρχονται
Χωρίς εμάς και τραγουδώ τ’ αλλα πού πέρασαν
Έάν είναι αλήθεια

Μιλημένα τα σώματα καί οί βάρκες πού έκρουσαν γλυκά
Οί κιθάρες πού αναβόσβησαν κάτω από τα νερα
Τα «πίστεψέ με» καί τα «μή»
Μια στόν αέρα, μια στή μουσική

Τα δυό μικρα ζώα, τα χέρια μας
Πού γύρευαν ν’ ανέβουνε κρυφα τό ένα στό αλλο
‘Η γλάστρα μέ τό δροσαχί στις ανοιχτές αυλόπορτες
Καί τα κομμάτια οί θάλασσες πού ερχόντουσαν μαζι
Πάνω απ’τις ξερολιθιές, πίσω απ’τούς φράχτες
Την άνεμώνα πού κάθισε στο χέρι σου
Κι έτρεμε τρεις φορές το μώβ τρεις μέρες πάνω άπο τούς καταρράχτες

Έάν αυτά είναι άλήθεια τραγουδώ
Το ξύλινο δοκάρι καί το τετράγωνο φαντό
Στον τοίχο, τη Γοργόνα μέ τά ξέπλεκα μαλλιά
Τη γάτα πού μάς κοίταξε μέσα στά σκοτεινά
Παιδί μέ το λιβάνι καί μέ τον κόκκινο σταυρό
Την ώρα πού βραδιάζει στών βράχων το άπλησίαστο
Πενθώ το ρούχο πού άγγιξα καί μοΰ ήρθε ο κόσμος.

                                                           

III

“Ετσι μιλώ γιά σένα καί γιά μένα

Επειδή σ’ άγαπώ καί στήν άγάπη ξέρω
Νά μπαίνω σάν Πανσέληνος
Άπο παντού, γιά το μικρό το πόδι σου μές στ’ άχανή σεντόνια
Νά μαδάω γιασεμιά —κι έχω τή δύναμη
Αποκοιμισμένη, νά φυσώ νά σέ πηγαίνω
Μέσ’ άπο φεγγερά περάσματα καί κρυφές τής θάλασσας στοές
‘Υπνωτισμένα δέντρα μέ άράχνες πού άσημίζουνε

Ακουστά σ’ έχουν τά κύματα
Πώς χαϊδεύεις, πώς φιλάς
Πώς λές ψιθυριστά το «τί» καί το «ε»
Τριγύρω στο λαιμό στον όρμο
Πάντα εμείς το φώς κι ή σκιά

Πάντα εσύ τ’ άστεράκι καί πάντα εγώ το σκοτεινό πλεούμενο
Πάντα εσύ το λιμάνι κι εγώ το φανάρι το δεξιά
Το βρεμένο μουράγιο καί ή λάμψη επάνω στά κουπιά
Ψηλά στο σπίτι μέ τίς κληματίδες
Τά δετά τριαντάφυλλα, το νερό πού κρυώνει
Πάντα εσύ το πέτρινο άγαλμα καί πάντα εγώ ή σκιά πού μεγαλώνει
Το γερτό παντζούρι εσύ, ο άέρας πού το άνοίγει εγώ

Επειδή σ’ αγαπώ καί σ’ αγαπώ
Πάντα εσύ το νόμισμα κι εγώ η λατρεία πού το εξαργυρώνει:

Τόσο η νύχτα, τόσο η βοή στον άνεμο
Τόσο η στάλα στον αέρα, τόσο η σιγαλιά
Τριγύρω η θάλασσα η δεσποτική
Καμάρα τ’ ουρανού μέ τ’ άστρα
Τόσο η ελάχιστη σου αναπνοή

Πού πιά δέν έχω τίποτε άλλο
Μές στούς τέσσερις τοίχους, το ταβάνι, το πάτωμα
Νά φωνάζω απο σένα καί νά μέ χτυπά η φωνή μου
Νά μυρίζω απο σένα καί ν’ αγριεύουν οί άνθρωποι
Επειδή το αδοκίμαστο καί το απ’ αλλού φερμένο
Δέν τ’ αντέχουν οί άνθρωποι κι είναι νωρίς, μ’ ακοϋς
Είναι νωρίς ακόμη μές στον κόσμο αυτόν αγάπη μου

Νά μιλώ γιά σένα καί γιά μένα.

                                                               

IV

Είναι νωρίς ακόμη μές στον κόσμο αυτόν, μ’ ακοϋς
Δέν έχουν εξημερωθεί τά τέρατα, μ’ ακοϋς
Το χαμένο μου αίμα καί το μυτερό, μ’ ακοϋς Μαχαίρι
Σάν κριάρι πού τρέχει μές στούς ουρανούς
Καί τάν άστρων τούς κλώνους τσακίζει, μ’ ακοϋς
Είμ’ εγώ, μ’ ακοϋς
Σ’ αγαπά, μ’ ακοϋς
Σέ κρατά καί σέ πάω καί σοϋ φορά
Το λευκό νυφικό τής Όφηλίας, μ’ ακοϋς
Ποϋ μ’ αφήνεις, ποϋ πάς καί ποιος, μ’ ακοϋς

Σοϋ κρατεί το χέρι πάνω απ’τούς κατακλυσμούς

Οί πελώριες λιάνες καί τάν ήφαιστείων οί λάβες
Θά ’ρθει μέρα, μ’ ακοϋς
Να μάς θάψουν, κι οι χιλιάδες υστέρα χρόνοι
Λαμπερά θά μάς κάνουν πετρώματα, μ’ άκοΰς
Να γυαλίσει επάνω τους η απονιά, μ’ άκοΰς
Των ανθρώπων
Καί χιλιάδες κομμάτια νά μάς ρίξει

Στά νερά ενα ενα, μ’ άκοΰς
Τά πικρά μου βότσαλα μετρώ, μ’ άκοΰς
Κι είναι ο χρόνος μιά μεγάλη εκκλησία, μ’ άκοΰς
“Οπου κάποτε οί φιγοΰρες
Τών’Αγίων
Βγάζουν δάκρυ αληθινό, μ’ άκοΰς
Οί καμπάνες άνοίγουν άψηλά, μ’ άκοΰς
“Ενα πέρασμα βαθύ νά περάσω
Περιμένουν οί αγγελοι μέ κεριά καί νεκρώσιμους ψαλμούς
Πουθενά δέν πάω, μ’ άκοΰς
“Π κανείς η κι οί δύο μαζί, μ’ άκοΰς

Το λουλούδι αυτό της καταιγίδας καί, μ’ άκοΰς Της άγάπης
Μιά γιά πάντα τό κόψαμε
Καί δέ γίνεται ν’ άνθίσει άλλιως, μ’ άκοΰς
Σ’ αλλη γη, σ’ αλλο άστέρι, μ’ άκοΰς
Δέν υπάρχει τό χώμα, δέν υπάρχει ο άέρας
Πού άγγίξαμε, ο ίδιος, μ’ άκοΰς

Καί κανείς κηπουρός δέν ευτύχησε σ’ αλλους καιρούς

Άπό τόσον χειμώνα κι άπό τόσους βοριάδες, μ’ άκοΰς
Νά τινάξει λουλούδι, μόνο εμείς, μ’ άκοΰς
Μές στη μέση της θάλασσας
Άπό μόνο τό θέλημα της άγάπης, μ’ άκοΰς
Ανεβάσαμε ολόκληρο νησί, μ’ άκοΰς
Μέ σπηλιές καί μέ κάβους κι άνθισμένους γκρεμούς
“Ακου, ακου
Ποιός μιλεί στά νερά καί ποιός κλαίει —άκοΰς;
Ποιος γυρεύει τον άλλο, ποιος φωνάζει —άκοΰς;
Εΐμ’ εγώ πού φωνάζω κι εΐμ’ εγώ πού κλαίω, μ’ άκοΰς
Σ’ άγαπά, σ’ άγαπά, μ’ άκοΰς.

                                                               

V

Για σένα έχω μιλήσει σέ καιρούς παλιούς
Μέ σοφές παραμάνες καί μ’ άντάρτες άπόμαχους
Άπο τί νά ’ναι πού έχεις τη θλίψη τοϋ άγριμιοϋ
Την άνταύγεια στο πρόσωπο τοϋ νεροϋ τοϋ τρεμάμενου
Καί γιατί, λέει, να μέλλει κοντά σου να ρθά
Πού δέ θέλω άγάπη άλλα θέλω τον άνεμο
Άλλα θέλω της ξέσκεπης όρθιας θάλασσας τον καλπασμό

Καί για σένα κανείς δέν είχε άκούσει
Για σένα οΰτε το δίκταμο οΰτε το μανιτάρι
Στα μέρη τ’ άψηλα της Κρήτης τίποτα
Για σένα μόνο δέχτηκε ο Θεός να μοϋ οδηγεί το χέρι

Πιο δά, πιο κεί, προσεχτικά σ’ όλο το γύρο
Τοϋ γιαλοϋ τοϋ προσώπου, τούς κόλπους, τα μαλλια
Στο λόφο κυματίζοντας άριστερα

Το σάμα σου στή στάση τοϋ πεύκου τοϋ μοναχικοϋ
Μάτια της περηφάνιας καί τοϋ διάφανου
Βυθοϋ, μέσα στο σπίτι μέ το σκρίνιο το παλιό
Τίς κίτρινες νταντέλες καί το κυπαρισσόξυλο
Μόνος να περιμένω ποϋ θα πρωτοφανείς
Ψηλα στο δάμα η πίσω στίς πλάκες τής αυλής
Μέ τ’ αλογο τοϋ ‘Αγίου καί το αυγο τής Ανάστασης

Σαν άπο μια τοιχογραφία καταστραμμένη
Μεγάλη όσο σέ θέλησε ή μικρή ζωή
Να χωράς στο κεράκι τή στεντόρεια λάμψη τήν ήφαιστειακή
Πού κανείς να μήν έχει δεί καί άκούσει
Τίποτα μές στίς ερημιές τα ερειπωμένα σπίτια
Ούτε ο θαμμένος πρόγονος άκρη άκρη στον αυλόγυρο
Για σένα ούτε η γερόντισσα μ’ όλα της τα βοτάνια

Για σένα μόνο εγώ, μπορεί καί η μουσική
Πού διώχνω μέσα μου αλλ’ αυτή γυρίζει δυνατότερη
Για σένα το ασχημάτιστο στήθος των δώδεκα χρονώ
Το στραμμένο στο μέλλον μέ τον κρατήρα κόκκινο
Για σένα σαν καρφίτσα ή μυρωδιά ή πικρή
Πού βρίσκει μές στο σώμα καί πού τρυπάει τή θύμηση
Καί νά το χώμα, νά τα περιστέρια, νά ή αρχαία μας γη.

                                                                   

VI

“Εχω δεί πολλά καί ή γη μέσ’ απ’το νοΰ μου φαίνεται ώραιότερη
‘Ωραιότερη μές στούς χρυσούς ατμούς
‘Η πέτρα ή κοφτερή, ώραιότερα
Τα μπλάβα τών ισθμών καί οί στέγες μές στα κύματα
‘Ωραιότερες οί αχτίδες όπου δίχως να πατείς περνάς
Αήττητη όπως ή Θεατής Σαμοθράκης πάνω απο τα βουνά τής θάλασσας

“Ετσι σ’ έχω κοιτάξει πού μοΰ αρκεί
Νά ’χει ο χρόνος όλος αθωωθεί
Μές στο αυλάκι πού το πέρασμά σου αφήνει
Σαν δελφίνι πρωτόπειρο ν’ ακολουθεί

Καί να παίζει μέ τ’ άσπρο καί το κυανό ή ψυχή μου!

Νίκη, νίκη όπου έχω νικηθεί
Πρίν απο τήν αγάπη καί μαζί
Γ ια τή ρολογια καί για το γκιούλ μπρισίμι
Πήγαινε, πήγαινε καί ας έχω εγώ χαθεί

Μόνος, καί ας είναι ο ήλιος πού κρατείς ένα παιδί νεογέννητο
Μόνος, καί ας είμ’ εγώ ή πατρίδα πού πενθεί
“Ας είναι ο λόγος πού έστειλα να σοΰ κρατεί δαφνόφυλλο

Μόνος, ο αέρας δυνατός καί μόνος τ’ ολοστρόγγυλο
Βότσαλο στό βλεφάρισμα τοΰ σκοτεινού βυθοΰ
‘Ο ψαράς πού ανέβασε κι έριξε πάλι πίσω στούς καιρούς τόν Παράδεισο!

                                                             

VII

Στόν Παράδεισο έχω σημαδέψει ένα νησί
Άπαράλλαχτο εσύ κι ένα σπίτι στη θάλασσα

Μέ κρεβάτι μεγάλο καί πόρτα μικρή
“Εχω ρίξει μές στ’ άπατα μιάν ηχώ
Νά κοιτάζομαι κάθε πρωί πού ξυπνώ

Νά σέ βλέπω μισή νά περνάς στό νερό
Καί μισή νά σέ κλαίω μές στόν Παράδεισο.

Οδυσσέας Ελύτης

da “Οδυσσέας Ελύτης, Το Μονόγραμμα”, Ίκαρος, Αθήνα, 1972

Nel blu di Iulita – Odisseas Elitis

 

Anche in un frammento di Briseide e in una conchiglia dell’Euripo
È quel che intendo. Deve avere avuto una fame selvaggia di bonaccia agosto
Per volere il meltèmi; così da lasciare un po’ di sale sulle ciglia
E nel cielo un blu il cui nome benaugurante sentirai tra molti altri
Ma nel profondo è il blu di Iulita
Quasi preceduto dal passaggio del respiro di un bimbo
Se tanto nitide si stagliano le montagne di fronte
E una voce di antica colomba fende l’onda e si perde

Se il bene è sacro sarà il vento
A restituirlo. Si riproduce così tanto Eu-
Morfia dai suoi stessi figli e si fa grande l’uomo prima che due o tre volte
Lo raffiguri il sonno
Nel suo specchio. Raccogliendo mandarini o ruscelli di filosofi
Se non anche un villaggio brulicante di api sul pube. E sia
L’uva rende scuro il sole e più chiara la pelle 
Chi ci rivendica se non la morte? Chi compie atti ingiusti su ricompensa?
La vita è un accordo
                                       cui si interpone un terzo suono
Ed è questo che dice veramente cosa getta il povero
E cosa accumula il ricco: fusa di gatto agnocasto intrecciato
Assenzio con capperi parole in evoluzione con una vocale breve
Abbracci da Citera. Così su cose simili si avviluppa
L’edera e cresce la luna perché gli amanti vedano
In quale blu di Iulita puoi leggere la ragnatela del destino
Ah! Ho visto molti tramonti e attraversato corridoi
Di antichi teatri. Ma il tempo non mi ha mai dato in prestito la bellezza
La vittoria da ottenere contro l’oscurità e l’estensione dell’amore da prolungare così che
Più brillante e melodioso sia dal suo pulpito
Il canto dell’allodola dentro di noi
Nuvola accigliata che un semplice «no» solleva come piuma
E poi di nuovo cade e tu sei sazio sazio sazio di pioggia
Diventi coetaneo dell’intatto senza conoscerlo e continui
A farti il solletico con le tue cugine negli angoli segreti del giardino
Domani un suonatore girovago ci innaffierà di fiori notturni
E resteremo nonostante tutto un po’ infelici
                                                                                 come accade nell’amore
Ma dal mastice dell’argilla sale un sapore eretico della terra
Per metà di odio e sogno per metà di nostalgia

Se continueremo a essere percepibili come uomini che
Trascorrono la vita sotto volte screziate da tritoni di smeraldo allora
Mezzo secondo dopo mezzogiorno
La perfezione assoluta
                                          sarà raggiunta in un giardino di giacinti
Mai più destinati ad appassire. Qualcosa di grigio
Che una sola goccia di limone rischiara quando
Quel che fin dall’inizio intendevo lo vedi incidersi
Con caratteri nitidi
                                    nel blu di Iulita.

Odisseas Elitis

(Traduzione di Paola Maria Minucci)

da “A occidente del dolore”, 1995, in “Odisseas Elitis, È presto ancora”, Donzelli Poesia, 2011

***

Σε μπλε Ιουλίτας

Καί σέ θραύσμα Βρισηίδας βρίσκεται καί σέ κοχύλι Εύρίπου
Εκείνο πού εννοώ. Θέλει νά ’χε άγριες πείνες απνοιας ο Αύγουστος
Για να ζητάει μελτέμι’ ώστε στο φρύδι ν’ αφήνει λίγο αλάτι καί
Στον ούρανό ένα μπλέ πού τ’ όνομά του μέσα στα πολλά τ’ άκοΰς εύώνυμο
Στο βάθος όμως είναι μπλε Ίοολίτας
Λές κι έχει ανάσας βρέφους πέρασμα προπορευτεί
Πού βλέπεις τόσο καθαρά νά πλησιάζουν απ’ αντίκρυ τά όρη
Καί μιά φωνή παλαιού περιστεριού νά σχίζει κύμα καί νά χάνεται

Άν είναι άγιον τό τοϋ αγαθού πάλι απ’ τόν αέρα
Τού επιστρέφεται. Τόσο απ’τά ίδια της παιδιά ή Εύ-
Μορφία πληθαίνει καί μεγαλώνει ο άνθρωπος πρίν δυό καί τρείς φορές
Τόν παραστήσει ο ύπνος
Στόν καθρέφτη του. Δρέποντας μανταρίνια η φιλοσόφων ρύακες αν όχι καί Κινούμενη πολίχνη μελισσών πάνω στήν ήβη. “Ας είναι
Μαύρον ήλιο κάνουν τά σταφύλια καί λευκό πιό τό δέρμα
Ποιός πλήν τού θανάτου μάς διεκδικεί; Ποιός επ’ αμοιβή πράττει τό αδικο;
Μιά συγχορδία ή ζωή
                                       όπου ένας τρίτος ήχος παρεμβάλλεται
Καί είναι αύτός πού λέει στ’ αλήθεια τί πετά ο φτωχός
Καί τί μαζεύει ο πλούσιος: χαδούλια γάτας εύπλεκτα τής λυγαριάς
Αψιθιές μέ κάππαρη λέξεις εξελικτικές μέ βραχύ τό ένα φωνήεν
Ασπασμούς απ’τά Κύθηρα. “Ετσι μέ κάτι τέτοια πιάνεται
‘Ο κισσός καί μεγαλώνει τό φεγγάρι νά βλέπουν οί ερωτευμένοι
Σέ τί μπλε Ίουλίτας γίνεται τό αραχνοΰφαντο τού πεπρωμένου νά διαβάζεις
“Αχ! Δύσεις εχω δει πολλές κι αρχαίων διαβεΐ θεάτρων τα
Διαζώματα.”Ομως δέν ποτέ ομορφιά μοΰ εδανείσθηκεν ο χρόνος
Καί κατά τοΰ μελανού νίκη νά επιτύχει καί αγάπης εκταση νά επιμηκύνει ώστε
Πιο ευφυής πιο εύφωνος νά κελαηδάει ο μέσα μας κορυδαλλός
Άπ’ τόν δικό του άμβωνα
Σύννεφο συνοφρυωμένο πού τ’ ανεβάζει πούπουλο ένα σκέτο «μή»
Κι ύστερα πάλι πέφτει καί χορταίνεις χορταίνεις χορταίνεις βροχή
‘Ομήλικος γίνεσαι τού ανέγγιχτου χωρίς νά τό γνωρίζεις καί
Συνεχίζεις στοΰ κήπου τ’ άπατα νά γαργαλιέσαι μέ τίς εξαδέλφες σου
Αύριο θά μάς ραντίσει νυχτολούλουδα περαστικός όργανοπαίχτης
Καί θά μείνουμε παρ’ όλα αυτά λιγάκι μή ευτυχείς
                                                                                           όπως συνήθως στήν αγάπη
“Ομως απ’ τή μαστίχα τού πηλού της γης μιά γεύση αιρετική ανεβαίνει
Μισή από μίσος κι όνειρο μισή από νοσταλγία

Έάν εξακολουθούμε νά ’μαστε αντιληπτοί ως άνθρωποι πού
Διαβιούμε κάτω από θόλους κατάστικτους μέ σμαραγδίσκων τρίτωνες τότε
‘Η ώρα θά ’ναι μισό δεύτερον λεπτού μετά τή μεσημβρία
Καί ή τελειότης ή άκρα
                                          συντελεσμένη σ’ έναν κήπο μέ υάκινθους
‘Οπού τούς άφαιρέθηκεν ο μαρασμός γιά πάντα. Κάτι φαιό
Πού μιά σταξιά μονάχα λεμονιού αιθριάζει όπόταν
Βλέπεις κεΐνο πού απ’τήν αρχή εννοούσα μέ στοιχεία καθαρά
Νά χαράζεται
                          πάνω σέ μπλε Ίοολίτας.

Οδυσσέας Ελύτης

da “Δυτικά της λύπης”, Ίκαρος, Αθήνα, 1995

Come Endimione – Odisseas Elitis

 

Dolci vallate ha il sonno proprio come
La vita del mondo di sopra. Con chiesette che pascolano vento nel prato
Che senza sosta ruminano fino a diventare dipinti
Cancellandosi l’un l’altra in cadenze plagali. Talvolta
Vanno in giro due o tre lune. Presto però scompaiono
La bellezza là dove rimase immobile perdura come un altro corpo celeste
La materia non ha età. Sa soltanto cambiare. Che si prenda dall’inizio
O dalla fine. Con calma corre avanti il ritorno e tu lo segui con apparente indifferenza
Ma intanto tiri la cima in una baia solitaria del mare Mirtoo
E neppure un albero di olivo è assente
Ah Mare come tutto si rinnova non appena ti svegli!
Da bambini quante carezze e come ci giocavamo i genitori ai cinque sassi!
Guarda quale scompiglio solleva nella calma lo Scirocco del sonno e come la divide in due!
Da una parte mi sveglio e piango per i giocattoli che mi portarono via
E dall’altra dormo
Nel momento in cui Elefterios se ne va e la Ionia si perde
Appena si distingue una collinetta con dolci avvallamenti piena di erba riccia
E di fronte massicci contrafforti
Dove proteggerti da ogni eventualità; mentre esuli api
Ronzano a sciami e una nonna nel pescato della sventura riesce
a tirar fuori dai suoi pochi ori figli e nipoti
Scaricato da un fianco ti rotola e t’ignora il pericolo
Che tu stesso una volta hai voluto ignorare
Questo certamente nelle bugie dell’abito che indossi senza rivoltare la fodera
Là dove le macchie si toccarono con le monete d’oro
Come il profano con il sacro
                                                   È strano
Viviamo in modo così incomprensibile ma ci aggrappiamo a questo
Piccola verde colomba bacio del basilico che ti ho dato sul mio letto
E nei miei scritti tre e quattro venti sgrammaticati
Da disorientare i mari ma
Con intelletto e conoscenza ogni imbarcazione segua la sua rotta
Vacillano i fatti e alla fine cadono anche prima degli uomini
Ma l’oscurità non ha la lanterna antivento
Dove è Mileto dove è Pergamo dove Attalia e dove
Costan Costantino Costantinopoli?
Tra mille sonni solo uno è il risveglio ma per sempre.

Artemide Artemide reggi per me il cane della luna
Morde un cipresso e stanno in ansia gli Eterni
Dorme più profondamente chi è intriso di Storia
Avanti accendila con un fiammifero come fosse alcol
                                                                                                   Solo Poesia è
Quello che rimane. Poesia. Giusta essenziale e retta
Come forse l’hanno immaginata le prime due creature
Giusta nell’asprezza del giardino e infallibile nel tempo.

Odisseas Elitis

(Traduzione di Paola Maria Minucci)

da “A occidente del dolore”, 1995, in “Odisseas Elitis, È presto ancora”, Donzelli Poesia, 2011

***

ΩΣ ΕΝΔΥΜΙΩΝ

‘Απαλές κοιλάδες έχει ο ύπνος ακριβώς όπως
Καί η επάνω ζωή. Μ’ εκκλησάκια πού βόσκουν σέ χορτάρι εμπρός αέρα
Πού ολοένα μηρυκάζουν ώσπου να γίνουν ζωγραφιές
‘Η μια την άλλη σβήνοντας σέ πλάγιον ήχο. Κάποτε
Περιοδεύουν δύο η τρία φεγγάρια. Γρήγορα όμως χάνονται
‘Η ομορφιά κεΐ πού άκινήτησε διαρκεΐ σάν άλλο ουράνιο σώμα
‘Η ύλη ήλικία δέν έχει. Μόνον ν’ αλλάζει ξέρει. Θές πάρ’ την από τήν αρχή
Θές απ’τό τέλος. Ήρέμα κυλάει εμπρός ή επιστροφή κι εσύ τήν παρακολουθείς δήθεν αδιάφορος
Τραβάς ωστόσο τό σχοινί σ’ όρμο Μυρτώον έρμο
Δίχως ούτ’ ένα ελαιόδεντρο νά σοϋ απουσιάσει
Άχ Θάλασσα πάνω πού ξυπνάς πώς ξανακαινουριώνονται όλα!
Μικροί πώς χαϊδευτήκαμε καί παίξαμε πεντόβολο τά γονικά μας!
Γιά δές τί σηκωμό σηκώνει μές στ’άτάραχα ο Σιρόκος ο ύπνιος· καί πώς στά δύο τά χωρίζει!
Άπό τή μιά μεριά ξυπνώ καί κλαίω γιά τά πού μοϋ επάρθηκαν αθύρματα
Καί από τήν άλλη κοιμούμαι
Τή στιγμή πού ο Ελευθέριος φεύγει καί ή Ιωνία χάνεται
Μόλις πού διακρίνεται λοφίσκος μ’απαλά κοΐλα γεμάτος σγουρά χλοΐσματα
Κι άντικρύ αντερείσματα σκληρά
Πού νά φυλάγεσαι απ’ όλα τά ενδεχόμενα· ενώ πρόσφυγες μέλισσες
Κατά σμήνη βομβοΰν καί μιά γιαγιά μές στ’ αλιεύματα τής δυστυχίας βρίσκει
Νά βγάλει από τά λίγα της χρυσαφικά παιδιά κι εγγόνια
Ξεφόρτωτον κι άπ’τό ενα πλάι σέ κυλάει ο κίνδυνος καί σ’ αγνοεί
Πού σύ ο ίδιος κάποτε θέλησες νά τον αγνοήσεις
Αυτά βέβαια στά ψέματα τοΰ ρούχου πού φοράς δίχως τη φόδρα του ν’ αναποδογυρίσεις
Κεί πού αγγιχτήκανε οί μουτζοΰρες μέ τά χρυσά νομίσματα
“Οπως τά βδελυρά μέ τ’ άγια
                                                    Παράξενο είναι
Πόσο ακατανόητα ζοΰμε άλλ’ απ’ αυτό κρεμόμαστε
Χλωρό περιστεράκι τοΰ βασιλικού φιλί πού σοΰ ’δωσα επάνω στο κρεβάτι μου
Καί στά γραφτά μου τρείς καί τέσσερις ανέμους ανορθόγραφους
Νά ζαλιστούν τά πέλαγα όμως
Γεμάτο νοΰ καί γνώση ν’ ακολουθεί τό δρόμο του κάθε πλεούμενο Ταλαντεύονται τα γεγονότα καί στό τέλος πέφτουν πρίν κι από τούς ανθρώπους
Αλλά φανό θυέλλης δέν έχει τό σκοτάδι
Ποΰ ’ναι ή Μίλητος ποΰ είναι ή Πέργαμος ποΰ ή Αττάλεια καί ποΰ
‘Η Κωνσταν Κωνσταντινο ντινοπολίς;
Στούς χίλιους ύπνους ενας βγαίνει ο ξυπνητός αλλά γιά πάντοτε.

Άρτεμις ’Άρτεμις κράτα μου τόν σκύλο τής σελήνης
Δαγκώνει κυπαρίσσι καί ανησυχούν οί Αιώνιοι
Κοιμάται πιό βαθιά κείνος πού έχει περιβραχεί απ’τήν ‘Ιστορία
Μπρός μ’ ενα σπίρτο ας τήν ανάψεις σάν οινόπνευμα
                                                                                                 Ποίηση μόνον είναι
Κείνο πού απομένει. Ποίηση. Δίκαιη καί ουσιαστική κι ευθεία
“Οπως μπορεί καί νά τή φαντασθήκαν οί πρωτόπλαστοι
Δίκαιη στά στυφά τοΰ κήπου καί στό ρολόι αλάθητη.

Οδυσσέας Ελύτης

da “Δυτικά της λύπης”, Ίκαρος, Αθήνα, 1995