Ritorna – Costantino Kavafis

Rudolf Bonvie, Dialog, 1973

 

Ritorna spesso e prendimi
ritorna e prendimi o sensazione amata −
se la memoria del corpo si desta
e il vecchio spasimo passa nel sangue,
poi che le labbra e la pelle trasalgono
e ancora le mani sembra che tocchino.

Ritorna spesso e prendimi, la notte
poi che le labbra e la pelle trasalgono.

Costantino Kavafis

(Traduzione di Margherita Dalmàti e Nelo Risi)

da “Constantinos Kavafis, Cinquantacinque poesie”, Einaudi, Torino, 1968

 ∗∗∗

Επέστρεφε

Επέστρεφε συχνά και παίρνε µε,
αγαπηµένη αίσθησις επέστρεφε και παίρνε µε –
όταν ξυπνά του σώµατος η µνήµη,
κ’ επιθυµία παληά ξαναπερνά στο αίµα·
όταν τα χείλη και το δέρµα ενθυµούνται,
κ’ αισθάνονται τα χέρια σαν ν’ αγγίζουν πάλι.

Επέστρεφε συχνά και παίρνε µε την νύχτα,
όταν τα χείλη και το δέρµα ενθυµούνται…

Κωνσταντίνος Καβάφης

da “Ποιήματα 1897-1933”, Ίκαρος, 1984

Sulla nave – Costantino Kavafis

Annelise Kretschmer, Portrait au soleil, vers 1930

 

In questo segno grafico lieve
Tracciato in fretta a bordo della nave
Ritrovo, sì, i suoi tratti.

Noi cinti dal mare ionico,
Stregato il pomeriggio.

I suoi tratti. Ma bello
Molto più di così mi appare
Ora, nel rievocarlo.

Una morbosità nel sentimento
Tale, la sua, da renderne
Abbagliante lo sguardo.

                                             Così riemerge
Dentro di me – dal Tempo.

Dal Tempo… Eventi tanto
Remoti… Quel ritratto,
La nave, il pomeriggio…

Costantino Kavafis

[1919]

(Traduzione di Guido Ceronetti)

da “Un’ombra fuggitiva di piacere”, Adelphi Edizioni, 2004

∗∗∗

Τοῦ Πλοίου

Τόν μοιάζει βέβαια ἡ μικρή αυτή,
μέ τό μολύβι ἀπεικόνισίς του.

Γρήγορα καμωμένη, στό κατάστρωμα τοῦ πλοίου·
ἕνα μαγευτικὸ ἀπόγευμα.
Τό ’Ιόνιον πέλαγος ὁλόγυρά μας.

Τόν μοιάζει. Ὅμως τόν θυμοῦμαι σάν πιό ἔμορφο.
Μέχρι παθήσεως ἦταν αἰσθητικός,
κι αὐτό εφώτιζε την ἔκφρασί του.
Πιο ἔμορφος με φανερώνεται
τώρα που η ψυχή μου τον ἀνακαλεί, ἀπ’ τον Καιρό.

Ἀπ’ τòν Καιρό. Εἴν’ ὄλ’ αὐτά τά πράγματα πολύ παληά —
τò σκίτσο, καì τò πλοῖο, καì τò απόγευμα.

Κωνσταντίνος Καβάφης

da “Ποιήματα 1897-1933”, Ίκαρος, 1984

L’origine – Costantino Kavafis

Anouk Aimée e Jean-Louis Trintignant, Un Homme et une femme, Claude Lelouch, 1966

 

Ormai la loro voluttà vietata
è consumata. S’alzano, si vestono
frettolosi e non parlano.
Sgusciano via furtivi, separati. Camminano
per via con una vaga inquietudine, quasi
sospettino che in loro un non so che tradisca
su che sorta di letto giacquero poco fa.

Ma dell’artista come s’arricchisce la vita!
Domani, doman l’altro, o fra anni, saranno
scritti i versi gagliardi ch’ebbero qui l’origine.

Costantino Kavafis

(Traduzione di Maria Filippo Pontani)

da “Poesie”, “Lo Specchio” Mondadori, 1961

∗∗∗

Η αρχή των

Ή έκπλήρωσις τής έκνομής των ηδονής
έγινεν. Άπ’ τύ στρώμα σηκωθήκαν,
καί βιαστικά ντύνονται χωρίς νά μιλούν.
Βγαίνουνε χωριστά, κρυφά άπ’ το σπίτι· καί καθώς
βαδίζουνε κάπως άνήσυχα στον δρόμο, μοιάζει
σάν νά υποψιάζονται πού κάτι επάνω των προδίδει
σέ τί είδους κλίνην έπεσαν πρύ ολίγου.

Πλήν του τεχνίτου πώς έκέρδισε ή ζωή.
Αύριο, μεθαύριο, ή μετά χρόνια θά γραφούν
οί στίχ’ οί δυνατοί πού εδώ ήταν ή αρχή των.

Κωνσταντίνος Καβάφης

da “Από τα, Ποιήματα 1897-1933”, Ίκαρος, 1984

Cosí – Costantino Kavafis

Foto di Herbert List

 

In questa foto oscena – fu venduta
per la via, di nascosto dalla guardia –
in questa foto pornografica, com’è
che c’è un volto di sogno come questo?
com’è che ci sei tu.

Chissà che vita sordida e grama farai:
in che trucido ambiente ti sarai
fatto fotografare;
che anima da nulla è mai la tua.
Pure ancora di piú resti per me quel viso
di sogno, la figura
fatta e donata per piaceri greci –
cosí resti per me, cosí ti canto.

Costantino Kavafis 

aprile 1913

(Traduzione di Filippo Maria Pontani)

da “Poesie Nascoste”, “Lo Specchio” Mondadori, 1974

∗∗∗

Έτσι

Στην άσεµνην αυτή φωτογραφία που κρυφά
στον δρόµο (ο αστυνόµος να µη δει) πουλήθηκε,
στην πορνικήν αυτή φωτογραφία,
πώς βρέθηκε τέτοιο ένα πρόσωπο
του ονείρου· εδώ πώς βρέθηκες εσύ.

Ποιος ξέρει τι ξευτελισµένη, πρόστυχη ζωή θα ζεις·
τι απαίσιο θα ’ταν το περιβάλλον
όταν θα στάθηκες να σε φωτογραφήσουν·
τι ποταπή ψυχή θα είν’ η δική σου.
Μα µ’ όλα αυτά, και πιότερα, για µένα µένεις
το πρόσωπο του ονείρου, η µορφή
για ελληνική ηδονή πλασµένη και δοσµένη –
έτσι για µένα µένεις και σε λέγ’ η ποίησίς µου.

Κωνσταντίνος Καβάφης

da “Κρυμμένα Ποιήματα 1877-1923”, Ίκαρος, 1993

Candele – Costantino Kavafis

Foto di Hengki Koentijoro

 

Stanno i giorni futuri innanzi a noi
come una fila di candele accese −
dorate, calde, e vivide.

Restano indietro i giorni del passato,
penosa riga di candele spente:
le piú vicine dànno fumo ancora,
fredde, disfatte, e storte.

Non le voglio vedere: m’accora il loro aspetto,
la memoria m’accora del loro antico lume.
E guardo avanti le candele accese.

Non mi voglio voltare, ch’io non scorga, in un brivido,
come s’allunga presto la tenebrosa riga,
come crescono presto le mie candele spente.

Costantino Kavafis

(Traduzione di Filippo Maria Pontani)

 da “Poesie”, “Lo Specchio” Mondadori, 1961

∗∗∗

Κεριά

Του μέλλοντος η μέρες στέκοντ’ εμπροστά μας
σα μια σειρά κεράκια αναμένα —
χρυσά, ζεστά, και ζωηρά κεράκια.

Η περασμένες μέρες πίσω μένουν,
μια θλιβερή γραμμή κεριών σβυσμένων·
τα πιο κοντά βγάζουν καπνόν ακόμη,
κρύα κεριά, λυωμένα, και κυρτά.

Δεν θέλω να τα βλέπω· με λυπεί η μορφή των,
και με λυπεί το πρώτο φως των να θυμούμαι.
Εμπρός κυττάζω τ’ αναμένα μου κεριά.

Δεν θέλω να γυρίσω να μη διω και φρίξω
τι γρήγορα που η σκοτεινή γραμμή μακραίνει,
τι γρήγορα που τα σβυστά κεριά πληθαίνουν.

Κωνσταντίνος Καβάφης

da “Από τα Ποιήματα 1897-1933”, Ίκαρος, 1984