Un vecchio sulla riva del fiume – Giorgio Seferis

Foto di Herbert List

A Nanis Patiaghiotòpulos

Ma bisogna pensare a come andiamo avanti:
ché sentire non basta, né pensare né muoversi
né rischiare alla vecchia feritoia,
quando l’olio bollente e il piombo fuso
rigano la muraglia.

Ma bisogna pensare dove andiamo,
non come vuole il nostro dolore, i nostri figli
affamati, lo iato d’un appello di compagni
dall’altra riva,
né secondo il bisbiglio della luce
illividita nell’ospedaletto,
il barbaglio di clinica
al capezzale di quel giovine operato
a mezzogiorno,
ma in qualche altra maniera. Io vorrei dire come
il lungo fiume che nasce
dai grandi laghi chiusi in fondo all’Africa
(divinità, una volta, e poi via, donatore,
giudice, delta)
sempre da sé diverso, come gli antichi dotti
insegnavano, eppure
eguale corpo sempre, letto eguale, eguale Segno,
orientamento eguale.

Voglio solo parlare semplicemente: chiedo questa grazia.
Anche il canto l’abbiamo caricato di tante
musiche, che annega a poco a poco,
e l’arte nostra tanto decorata, che il volto
n’è roso dagli orpelli.
Ora è tempo di dire le nostre poche sillabe,
perché domani l’anima fa vela.

La sofferenza è umana, ma non siamo
uomini solo per soffrire.
Perciò medito tanto, questi giorni, il grande fiume,
questo senso che incede fra erbe e macchie grame
e animali che pascono e si dissetano
e uomini che seminano e mietono
e grandi tombe e piccoli abituri di morti.
Questa corrente va per la sua strada. Non diversa
dal sangue umano
e dagli occhi degli uomini che fissano lontano
senza paura in cuore,
senza trasalimenti quotidiani per piccole faccende
o – sia pure – per grandi,
che fissano lontano come il viandante avvezzo
a misurare la sua via con gli astri,
non come noi che l’altro giorno guardavamo
il giardinetto chiuso nella casa araba addormentata,
dietro le grate, il giardinetto fresco
cangiare forma, farsi grande farsi piccolo.
Cangiavamo, a misura dello sguardo,
anche noi la figura della nostra
brama, del nostro cuore,
nello stillare del meriggio, noi, docile pasta
d’un mondo che c’incalza e che ci plasma,
impigliati alle reti sfarzose d’una vita
ch’era giusta e s’è fatta polvere ed è colata
a picco nella rena,
lasciandosi dietro soltanto
l’indefinito dondolio d’un’alta
palma, che ci ha stordito.

Giorgio Seferis

Il Cairo, 20 giugno 1942

(Traduzione di Filippo Maria Pontani)

(da Giornale di bordo II, 1944)

da “Giorgio Seferis, Poesie”, “Lo Specchio” Mondadori, 1963

∗∗∗

ΕΝΑΣ ΓΕΡΟΝΤΑΣ ΣΤΗΝ ΑΚΡΟΠΟΤΑΜΙΑ
Στό Νάνη Παναγιωτόπουλο

Κι’ ὅμως πρέπει νά λογαριάσουμε πῶς πρυχωροῦμε,
Νά αἰσθάνεσαι δέ φτάνει μήτε νά σϰέπτεσοιι μήτε νά ϰινεῖσαι
μήτε νά ϰινδυνεύει τό σῶμα σου στήν παλιά πολεμίστρα,
ὅταν τό λάδι ζεματιστό ϰαί τό λειωμένο μολύβι αὐλαϰώνουνε τά τειχιά.

Κι’ ὅμως πρέπει νά λογαριάσουμε ϰατά ποῦ προχωροῦμε,
ὅχι ϰαθώς ὁ πόνος μοις τό θέλει ϰαί τά πεινϰσμένα παιδιά μοις
ϰαί τό χάσμα τῆς πρόσϰλησης τῶν συντρόφων ἀπό τό ν ἀντίπερα γιαλό·
μήτε ϰαθώς τό ψιθυρίζει τό μελανιασμένο φῶς στό πρόχειρο νοσοϰομεῖο,
τό φαρμακευτικό λαμπύρισμα στό προσκέφαλο τοῦ παλικαριοῦ ποέ χειρουργήθηκε τό μεσημέρι·
ἀλλά μέ κάποιον ἄλλο τρόπο, μπορεῖ νά θέλω νά πῶ καθώς
τό μαϰρύ ποτάμι πού βγαίνει ἀπό τίς μεγάλες λίμνες τίς ϰλειστές βαθιά στήν Ἀφριϰή
ϰαί εἴτανε ϰάποτε θεός ϰι’ ἔπειτα γένηϰε δρόμος ϰαί δωρητής ϰαί διϰαστής ϰαί δέλτα·
πού δέν εἶναι ποτές του τό ἴδιο, ϰατά πού δίδασϰαν οἱ παλαιοί γραμματισμένοι,
ϰι’ ὡστόσο μένει πάντα τό ἴδιο σῶμα, τό ἴδω στρῶμα, ϰαί τό ἴδιο Σημεῖο,
ὁ ἴδιος προσανατολισμός.

Δέ θέλω τίποτε ἄλλο παρά νά μιλήσω ἁπά νά μοῦ δοθεῖ ἐτούτη ἡ χάρη.
Γιατί ϰαί τό τραγούδι τό ῳορτώσαμε μέ τόσες μουσιϰές πού σιγά-σιγά βουλιάζει
ϰαί τήν τέχνη μας τή στολίσαμε τόσο πολύ πού φαγώθηϰε
ἀπό τά μαλάματα τό πρόσωπά της
ϰι’ εἶναι ϰαιρός νά ποῦμε τά λιγοστά μας λόγια γιατί ἡ ψυχή μας αὔριο ϰάνει πανιά.

Ἂν εἶναι ἀνθρώπινος ὁ πόνος ὃέν εἴμαστε ἄνθρωποι μόνο γιά νά πονοῦμε
γι’ αὐτό συλλογίζομαι τόσο πολύ, τοῦτες τίς μέρες, τό μεγάλο ποτάμι
αὐτό τό νόημα πού προχωρεῖ ἀνάμεσα σέ βότανα ϰαί σέ χόρτα
ϰαί ζωντανά πού βόσϰουν ϰαί ξεό ιψοῦν ια’ ἀνθρώπους πού σπέρνουν ϰαί πού θερίζουν
ϰαί σέ μεγάλους τάφους ἀϰόμη ϰαί μιϰρές ϰατοιϰίες τῶν νεϰρῷν.
Αὐτό τό ρέμα πού τραβάει τό δρόμο του ϰαί πού δέν εἶναι τόσο διαφορετιϰό ἀπό τό αἷμα τῶν ἀνθρώπων
ϰι’ ἀπό τά μάτια τῶν ἀνθρώπων ὅταν ϰοιτάζουν ἴσια-πέρα χωρίς τό φόβο μές στήν ϰαρδιά τους,
χωρίς τήν ϰαθημερινή τρεμούλα γιά τά μιϰροπράματα ἢ ἔστω ϰαί γιά τά μεγάλα·
ὅταν ϰοιτάζουν ἴσια-πέρα ϰαθώς ὁ στρατοϰόπος πού συνήθισε ν’ ἀναμετρᾶ τό δρόμο του μέ τ’ ἄστρα,
ὄχι ὅπως ἐμεῖς, τήν ἄλλη μέρα, ϰοιτάζοντας τό ϰλειστό περιβόλι στό ϰοιμισμένο ἀράπιϰο σπίτι,
πίσω ἀπό τά ϰαφασωτά, τό δροσερό περιβολάϰι ν’ ἀλλάζεμ
σχῆμα, νά μεγαλώνει ϰαί νᾶ μιϰραίνει·
ἀλλάζοντας ϰαθώς ϰοιτάζαμε, ϰι’ ἐμεῖς, τό σχῆμα τοῦ πόθου μας ϰαί τῆς ϰαρδιᾶς μοις,
στή στάλα τοῦ μεσημεριοῦ, ἐμεῖς τό ὑπομονετιϰό ζυμάρι ἑνός ϰόσμου πού μᾶς διώχνει ϰαί πού μᾶς πλάθει,
πιασμένοι στά πλουμισμένα δίχτυα μιᾶς ζωῆς πού εἴτανε σωστή ϰι’ ἕγινε σϰόνη ϰαί βούλιαξε μέσα στήν ἄμμο
ἀφήνοντας πίσω της μονάχα ἐϰεῖνο τό ἀπροσδιόριστο λίϰνισμα πού μᾶς ζάλισε μιᾶς ἀψηλῆς φοινιϰιᾶς.

Γιώργος Σεφέρης

Κάῖρο, 20 Ἰουνίου 1942

da “ Ἡμερολόγιο ϰαταστρώματος, Β’”, 1944

Rispondi

Inserisci i tuoi dati qui sotto o clicca su un'icona per effettuare l'accesso:

Logo di WordPress.com

Stai commentando usando il tuo account WordPress.com. Chiudi sessione /  Modifica )

Google photo

Stai commentando usando il tuo account Google. Chiudi sessione /  Modifica )

Foto Twitter

Stai commentando usando il tuo account Twitter. Chiudi sessione /  Modifica )

Foto di Facebook

Stai commentando usando il tuo account Facebook. Chiudi sessione /  Modifica )

Connessione a %s...

Questo sito utilizza Akismet per ridurre lo spam. Scopri come vengono elaborati i dati derivati dai commenti.