da «Sole il Primo» – Odisseas Elitis

Paul Klee, Ad Parnassum, 1932

SPESSO QUANDO PARLO DEL SOLE UNA GRANDE ROSA ROSSA MI S’IMPIGLIA NELLA LINGUA.
MA TACERE NON MI È POSSIBILE
I

Non la conosco più la notte, atroce anonimia di morte
Una flotta di stelle approda in fondo alla mia anima.
Espero, sentinella, brilla accanto alla brezza
Turchina di un’isola che mi sogna
Mentre annuncio l’alba dall’alto degli scogli
I miei occhi ti fanno navigare abbracciato alla stella
Del mio cuore più giusto: Non la conosco più la notte.

Non li conosco più i nomi di un mondo che mi rifiuta
Chiaramente leggo conchiglie foglie stelle
L’inimicizia mi è superflua nelle strade del cielo
A meno che non sia il sogno a guardarmi
Attraversare con lacrime il mare dell’immortalità
Espero, sotto l’arco del tuo fuoco d’oro
La notte che è soltanto notte non la conosco più.

              II
     Corpo dell’estate

Ne è passato di tempo da quando si udì l’ultima pioggia
Sulle formiche e sulle lucertole
Ora il cielo brucia senza fine
I frutti si tingono la bocca
Si aprono piano piano i pori della terra
E accanto all’acqua che goccia sillabando
Un’enorme pianta fissa negli occhi il sole!

Chi è colui che giace lassù sulle spiagge
E fuma sdraiato foglie d’olivo argentate
Le cicale si scaldano alle sue orecchie
Le formiche lavorano sul suo petto
Lucertole s’insinuano nell’erba dell’ascella
E dalle alghe dei piedi passa lieve un’onda
Inviata dalla piccola sirena che cantò:

Oh corpo dell’estate nudo e riarso
Corroso dall’olio e dal sale
Corpo della roccia e brivido del cuore
Grande sventolio di chiome di agnocasto
Alito di basilico sul pube ricciuto
Pieno di stelle e di aghi di pino
Corpo profondo natante del giorno!

Vengono piogge leggere improvvise grandinate
Terre sferzate dalle unghie gelide della bufera
Che illividisce al largo nella furia delle onde
Si tuffano i colli in seno alle dense nubi
Ma nonostante tutto sorridi spensierato
E ritrovi la tua ora immortale
Come sulle spiagge ti ritrova il sole
E nella tua giovane nudità il cielo.

XVI

Con quali pietre quale sangue e quale ferro
Con quale fuoco siamo fatti
Mentre sembriamo solo nuvola
E ci lapidano e ci chiamano
Sognatori
Come viviamo giorno e notte
Solo Dio lo sa.

Quando la notte, amico, accende il tuo dolore elettrico
Vedo l’albero del cuore distendersi
Le tue mani aperte sotto un’Idea bianchissima
Che sempre invochi
E mai discende
Per anni e anni
Lei lassù e tu qua in basso.

Eppure la visione del desiderio un giorno si sveglia carne
E là dove prima non risplendeva che nuda solitudine
Ora ride una bella città, come tu l’hai voluta
Tra poco la vedrai, ti aspetta
Dammi la mano e andiamo là prima che l’Alba
La inondi di grida di trionfo.

Dammi la mano – prima che sulle spalle
Degli uomini si radunino gli uccelli a cantare
Come finalmente si sia vista arrivare da lontano
La Vergine Speranza visibile in mare aperto!
Andiamo insieme e ci lapidino pure
Chiamandoci sognatori
Amico, quanti non sentirono mai con quale
Ferro quali pietre e sangue e quale fuoco
Costruiamo sogniamo e cantiamo!

Odisseas Elitis

(Traduzione di Paola Maria Minucci)

da “Odisseas Elitis, È presto ancora”, Donzelli Poesia, 2011

***

da «Ήλιος ο πρώτος»

ΕΤΣΙ ΣΥΧΝΑ ΟΤΑΝ ΜΙΛΩ ΓΙΑ ΤΟΝ ΗΛΙΟ ΜΠΕΡΔΕΥΕΤΑΙ ΣΤΗΓΑΩΣΣΑ ΜΟΥ ΕΝΑ ΜΕΓΑΛ Ο ΤΡΙΑΝΤΑ ΦΥΛΛΟ ΚΑ ΤΑΚΟΚΚΙΝΟ. ΑΛΛΑ ΔΕΝ ΜΟ Υ ΕΙΝΑΙ ΒΟΛΕΤΟ ΝΑ ΣΩΠΑΣΩ
I

Δέν ξέρω πια τη νύχτα φοβερή ανωνυμία θανάτου
Στον μυχό της ψυχής μου αράζει στόλος άστρων.
“Εσπερε φρουρέ για να λάμπεις πλάι στό ούρανί
Αεράκι ενός νησιού πού μέ ονειρεύεται
Ν’ αναγγέλλω τήν αύγή από τα ψηλά του βράχια
Τα δυό μάτια μου αγκαλιά σέ πλέουνε μέ τό άστρο
Της σωστης μου καρδιάς: Δέν ξέρω πια τή νύχτα.

Δέν ξέρω πια τα ονόματα ενός κόσμου πού μ’ άρνιέται
Καθαρά διαβάζω τα όστρακα τα φύλλα τ’ άστρα
‘Η εχτρα μοΰ είναι περιττή στούς δρόμους τ’ ούρανοΰ
Εξόν κι αν είναι τ’ όνειρο πού μέ ξανακοιτάζει
Μέ δάκρυα να διαβαίνω της αθανασίας τή θάλασσα
“Εσπερε κάτω απ’ τήν καμπύλη της χρυσής φωτιάς σου
Τή νύχτα πού είναι μόνο νύχτα δέν τήν ξέρω πιά.

                        II
  Σώμα του καλοκαιριού

Πάει καιρός πού ακούστηκεν ή τελευταία βροχή
Πάνω από τα μυρμήγκια καί τίς σαύρες
Τώρα ο ούρανός καίει απέραντος
Τα φρούτα βάφουνε τό στόμα τους
Της γης οί πόροι ανοίγουνται σιγα σιγα
Καί πλάι απ’ το νερό πού στάζει συλλαβίζοντας
“Ενα πελώριο φυτό κοιτάει κατάματα τόν ήλιο!

Ποιος είναι αυτός πού κείτεται στίς πάνω αμμουδιές
Ανάσκελα φουμέρνοντας άσημοκαπνισμένα ελιόφυλλα
Τά τζιτζίκια ζεσταίνονται στ’ αυτιά του
Τά μυρμήγκια δουλεύουνε στό στήθος του
Σαύρες γλιστρούν στη χλόη της μασχάλης
Κι άπό τά φύκια των ποδιών του άλαφροπερνά ένα κύμα
Σταλμένο απ’ τη μικρή σειρήνα πού τραγούδησε:

’Ώ σώμα τοϋ καλοκαιριού γυμνό καμένο
Φαγωμένο άπό τό λάδι κι άπό τό αλάτι
Σώμα τού βράχου καί ρίγος της καρδιάς
Μεγάλο ανέμισμα της κόμης λυγαριάς
“Αχνα βασιλικού πάνω άπό τό σγουρό εφηβαΐο
Γεμάτο άστράκια καί πευκοβελόνες
Σώμα βαθύ πλεούμενο τής μέρας!

“Ερχονται σιγανές βροχές ραγδαία χαλάζια
Περνάν δαρμένες οί στεριές στά νύχια τού χιονιά
Πού μελανιάζει στά βαθιά μ’ άγριεμένα κύματα
Βουτάνε οί λόφοι στά πηχτά μαστάρια τών νεφών
“Ομως καί πίσω άπ’ όλα αυτά χαμογελάς άνέγνοια
Καί ξαναβρίσκεις τήν άθάνατη ώρα σου
“Οπως στίς άμμουδιές σέ ξαναβρίσκει ο ήλιος
“Οπως μές στή γυμνή σου υγεία ο ουρανός.

XVI

Μέ τί πέτρες τί αίμα καί τί σίδερο
Καί τί φωτιά είμαστε καμωμένοι
Ένώ φαινόμαστε άπό σκέτο σύννεφο
Καί μάς λιθοβολούν καί μάς φωνάζουν
Άεροβάτες
Το πως περνούμε τις μέρες καί τις νύχτες μας
“Ενας Θεός το ξέρει.

Φίλε μου όταν άνάβ’ η νύχτα την ηλεχτρική σου οδύνη
Βλέπω τό δέντρο της καρδιάς πού απλώνεται
Τα χέρια σου ανοιχτά κάτω από μιαν Ιδέα ολόλευκη
Πού όλο παρακαλεΐς
Κι όλο δέν κατεβαίνει
Χρόνια καί χρόνια
Εκείνη εκεΐ ψηλά εσύ εδώ πέρα.

Κι όμως τού πόθου τ’ όραμα ξυπνάει μιά μέρα σάρκα
Κι εκεΐ όπου πρίν δέν αστραφτε παρά γυμνή ερημιά
Τώρα γελάει μιά πολιτεία ώραία καθώς τή θέλησες
Κοντεύεις νά τή δεΐς σέ περιμένει
Δώσε τό χέρι σου νά πάμε πρίν η Αυγή
Τήν περιλούσει μέ ιαχές θριάμβου.

Δώσε τό χέρι σου — πρίν συναχτούν πουλιά
Στούς ώμους τάν ανθρώπων καί τό κελαηδήσουνε
Πώς επιτέλους φάνηκε νά ’ρχεται από μακριά
‘Η ποντοθώρητη παρθένα Ελπίδα!
Πάμε μαζί κι ας μάς λιθοβολούν
Κι ας μάς φωνάζουν άεροβάτες
Φίλε μου όσοι δέν ένιωσαν ποτέ μέ τί
Σίδερο μέ τί πέτρες τί αίμα τί φωτιά
Χτίζουμε ονειρευόμαστε καί τραγουδούμε!

Οδυσσέας Ελύτης

da “Οδυσσέας Ελύτης, Ήλιος ο πρώτος”, Ίκαρος, Αθήνα, 1943

Rispondi

Inserisci i tuoi dati qui sotto o clicca su un'icona per effettuare l'accesso:

Logo WordPress.com

Stai commentando usando il tuo account WordPress.com. Chiudi sessione /  Modifica )

Google photo

Stai commentando usando il tuo account Google. Chiudi sessione /  Modifica )

Foto Twitter

Stai commentando usando il tuo account Twitter. Chiudi sessione /  Modifica )

Foto di Facebook

Stai commentando usando il tuo account Facebook. Chiudi sessione /  Modifica )

Connessione a %s...