Età del glauco ricordo – Odisseas Elitis

Foto di David Hamilton

 

Oliveti e vigne lontano fino al mare
Rosse barche da pesca più lontano fino al ricordo
Elitre dorate d’agosto nel sonno meridiano
Con alghe o conchiglie. E quella barca
Appena varata, verde, che nella pace delle acque del golfo ancora legge «Dio provvede »

Sono passati gli anni foglie e ciottoli
Mi ricordo di ragazzi, marinai che partivano
Tingendo le vele come il loro cuore
Cantavano i quattro punti dell’orizzonte
E portavano tramontane dipinte dentro il petto.

Cosa cercavo quando sei giunta con i colori del sole all’alba
Con l’età del mare negli occhi
E con la salute del sole nel corpo − cosa cercavo
Nelle grotte marine, in profondità dentro gli spaziosi sogni
Dove spumeggiava i suoi sentimenti il vento
Sconosciuto e glauco, incidendo sul mio petto il suo emblema marino

Con la sabbia nelle dita chiudevo le dita
Con la sabbia negli occhi stringevo le dita
Era il dolore −
Mi ricordo era aprile quando sentii per la prima volta il tuo peso umano
Il tuo corpo umano argilla e peccato
Come il nostro primo giorno sulla terra
Era la festa degli amarilli − Ma ricordo soffristi
Fu un morso profondo nelle labbra
Un’unghiata profonda nella pelle là dove s’incide per sempre il tempo

Allora ti lasciai

E un vento tonante sollevò le bianche case
I bianchi sentimenti appena lavati su
Nel cielo che s’illuminava con un sorriso.

Ora avrò accanto una brocca d’acqua immortale
Avrò una libertà simile al vento che scuote
E quelle tue mani dove si tormenterà l’Amore
E quella tua conchiglia dove risuonerà l’Egeo.

Odisseas Elitis

(Traduzione di Paola Maria Minucci)

da “Orientamenti”, 1940, in “Odisseas Elitis, È presto ancora”, Donzelli Poesia, 2011

***

Ηλικία της γλαυκής θύμησης

Ελαιώνες κι αμπέλια μακριά ως τη θάλασσα
Κόκκινες ψαρόβαρκες πιο μακριά ως τη θύμηση
Έλυτρα χρυσά τοΰ Αύγούστου στον μεσημεριάτικο ϋπνο
Μέ φύκια η όστρακα. Κι εκείνο το σκάφος
Φρεσκοβγαλμένο, πράσινο, πού διαβάζει ακόμη στην ειρήνη τοΰ κόλπου των νερών ”Εχει ο Θεός

Περάσανε τά χρόνια φύλλα η βότσαλα
Θυμάμαι τά παιδόπουλα, τούς ναΰτες πού έφευγαν
Βάφοντας τά πανιά σάν την καρδιά τους
Τραγουδούσαν τά τέσσερα σημεία τοΰ ορίζοντα
Κι είχαν ζωγραφιστούς βοριάδες μές στά στήθια.

Τί γύρευα όταν έφτασες βαμμένη απ’ την ανατολή τοΰ ήλιου
Μέ την ήλικία της θάλασσας στά μάτια
Καί μέ την υγεία τοΰ ήλιου στο κορμί —τί γύρευα
Βαθιά στίς θαλασσοσπηλιές μές στά εύρύχωρα όνειρα
“Οπου άφριζε τά αίσθήματά του ο άνεμος
“Αγνωστος καί γλαυκός, χαράζοντας στά στήθια μου το πελαγίσιο του έμβλημα

Μέ την άμμο στά δάχτυλα έκλεινα τά δάχτυλα
Μέ την άμμο στά μάτια έσφιγγα τά δάχτυλα
Ήτανε ή οδύνη —
Θυμάμαι ήταν Απρίλης όταν ένιωσα πρώτη φορά το ανθρώπινο βάρος σου
Το ανθρώπινο σώμα σου πηλό κι αμαρτία
“Οπως την πρώτη μέρα μας στη γη
Γιόρταζαν τις αμαρυλλίδες —Μα θυμάμαι πόνεσες
Ήτανε μια βαθιά δαγκωματια στα χείλια
Μια βαθιά νυχιά στο δέρμα κατά κεΐ πού χαράζεται παντοτινά του ο χρόνος

Σ’ άφησα τότες

Και μια βουερή πνοή σήκωσε τ’ άσπρα σπίτια
Τ’ άσπρα αισθήματα φρεσκοπλυμένα επάνω
Στον ουρανό πού φώτιζε μ’ ένα μειδίαμα.

Τώρα θά ’χω σιμά μου ένα λαγήνι άθάνατο νερό
Θά ’χω ένα σχήμα λευτεριάς άνέμου πού κλονίζει
Κι εκείνα τα χέρια σου όπου θα τυραννιέται ο “Ερωτας
Κι εκείνο τό κοχύλι σου όπου θ’ άντηχεΐ τό Αιγαίο.

Οδυσσέας Ελύτης

da “Οδυσσέας Ελύτης, Προσανατολισμοί”, Atene, 1940

Rispondi

Inserisci i tuoi dati qui sotto o clicca su un'icona per effettuare l'accesso:

Logo WordPress.com

Stai commentando usando il tuo account WordPress.com. Chiudi sessione /  Modifica )

Google+ photo

Stai commentando usando il tuo account Google+. Chiudi sessione /  Modifica )

Foto Twitter

Stai commentando usando il tuo account Twitter. Chiudi sessione /  Modifica )

Foto di Facebook

Stai commentando usando il tuo account Facebook. Chiudi sessione /  Modifica )

Connessione a %s...